Σαν σήμερα: 8 Οκτωβρίου – Τσε: Πώς η αστική τάξη γέννησε τον πιο αυθεντικό μαρξιστή ιδεολόγο

0
97

Η 8η Οκτωβρίου είναι η 281η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 282η σε δίσεκτα έτη. Στις 8 Οκτωβρίου 1967, στη Βολιβία, συλλαμβάνεται ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Μια μέρα αργότερα θα εκτελεστεί. 

Επαναστάτης. Αυτή είναι η λέξη που θα ακολουθεί για πάντα τον άνθρωπο που έμεινε στην ιστορία γνωστός με μια συλλαβή. Τσε.

Επαναστάτης ενάντια σε ποιον όμως και υπέρ ποιού σκοπού; Και πώς;

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που συνελήφθη σαν σήμερα, πέθανε σαν αύριο, αλλά παραμένει και θα παραμείνει αιώνιο σύμβολο, ήταν ένας βαθιά ιδεολόγος μαρξιστής, ένας επαναστάτης με αιτία, γεννημένος μέσα απ’ όλα όσα συνέθεσαν την καρδιά του 20ού αιώνα, ένας μποέμ αστός, πολύ μορφωμένος, πολύ διαβασμένος, με πολλή γνώση αυτού το οποίο προσπαθούσε να κάνει και ένας άνθρωπος που δεν είχε απολύτως καμία ανάγκη να παίξει τη ζωή του κορώνα-γράμματα ούτε για τους Κουβανούς, ούτε για κανέναν· ήταν λίγο απ’ όλα αυτά που έφτιαξαν την εποχή του, ίσως τελικά η καλύτερη εκδοχή της. Και την εποχή μας, όμως. Και όλες τις εποχές.

Πέρα από την τροπή που πήρε και παίρνει και θα πάρει η ιστορία, πέρα από τις νίκες και τις ήττες των στόχων, των επαναστάσεων και των σκοπών, ο «Κομαντάντε» παρέμεινε ζωντανός στην ιστορική μνήμη, για να θυμίζει ότι οι λαοί μπορούν και πρέπει να διεκδικούν.

Ο Τσε ήταν γέννημα θρέμμα της αστικής τάξης κι όμως σε όλη του τη σύντομη ζωή πάλεψε για τα δικαιώματα και την επιβίωση της απέναντι τάξης, του προλεταριάτου. Μια αυτονόητη αντίφαση.

Οι αστοί έκαναν πάντα τις επαναστάσεις άλλωστε. Επειδή είχαν το όπλο που έστρεφαν μοιραία κάποια στιγμή στον κρόταφό τους: Τη μόρφωση.

Μια πολύ διαφορετική οικογένεια

Οι Αργεντίνοι γονείς του Ερνέστο -Τσε- Γκεβάρα θύμιζαν πολύ τους ξεπεσμένους νότιους αριστοκράτες στα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς και την εμμονική επιθυμία τους να διατηρήσουν την επίφαση ενός τρόπου ζωής που δεν μπορούσαν πια να υποστηρίξουν.

Είχαν υιοθετήσει ένα παράξενο μείγμα ξεφτισμένα αριστοκρατικού και ταυτόχρονα μποέμ τρόπου ζωής, το οποίο επηρέασε πολύ τον ίδιο και την προσωπική του ανάπτυξη.

Η ιστορία της οικογένειας Γκεβάρα δεν ήταν μόνο η ιστορία «εκείνων που γέννησαν τον Τσε». Ήταν η ιστορία μιας ατυπικής οικογένειας που προσπάθησε να επιβιώσει, διατηρώντας τις ανθρωπιστικές της αξίες, μέσα σε ένα πολύ σκληρό κοινωνικό σύστημα, όπως ήταν αυτό της Αργεντινής εκείνης της εποχής.

Η μητέρα του, Σεσίλια, μια γυναίκα ρομαντική με ανεξάρτητο πνεύμα, ήταν ίσως η μεγαλύτερη επιρροή του Τσε.

Ο ιρλανδικής καταγωγής πατέρας του, Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς, ενεπλάκη στη μία επιχειρηματική δραστηριότητα μετά την άλλη πριν καταλήξει στις κατασκευές. Χρησιμοποιώντας τα χρήματα της συζύγου του, έκανε την πρώτη δονκιχωτική απόπειρά του να γίνει πλούσιος το 1927, με μια φυτεία τσαγιού Ματέ (τσάι των Ιησουϊτών, όπως είναι γνωστό) δίπλα στον ποταμό Παρανά.

Ο Τσε αγάπησε πολύ το Ματέ, ήταν το αφέψημα που προτιμούσε σε όλη του τη ζωή και αργότερα έφερε τη συνήθεια αυτή μαζί του στην Κούβα.

Η φυτεία αποδείχθηκε καταστροφή τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για την οικογένεια Γκεβάρα. Εκείνη την εποχή, οι περισσότερες αν όχι όλες οι φυτείες δούλευαν με το σύστημα της εργασίας έναντι χρέους και απασχολούσαν κυρίως νομάδες Ινδιάνους Γκουαρανί. Οι εργοδότες τούς έδιναν μια προκαταβολή σε μετρητά και εκείνοι υπέγραφαν συμβόλαια με τα οποία δέσμευαν τους εαυτούς τους να εργαστούν με πολύ σκληρούς όρους για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ουσιαστικά γι αυτό το διάστημα ανήκαν στους εργοδότες τους.

Η απλήρωτη αγροτική εργασία ήταν ο κανόνας στη νότια και κεντρική Αμερική και τις φυτείες φύλαγαν οπλισμένοι φρουροί, οι καπάνγκας, οι οποίοι φρόντιζαν να μην δραπετεύσει κανείς από τους εργάτες – δούλους.

Ο Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς προσπάθησε να ξεφύγει από τον κανόνα. Ιδεολογικά, αλλά και αισθητικά αντίθετος στο υπάρχον σύστημα, αποφάσισε να πληρώνει τους εργάτες του με κανονικούς μισθούς.

Φυσικά η φυτεία απέτυχε παταγωδώς και η οικογένεια επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες, συνεχίζοντας τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής της. Η μητέρα του καθόταν επί ώρες στην τραπεζαρία ρίχνοντας πασιέντζες, καπνίζοντας και συνομιλώντας με διάφορους ανθρώπους που έρχονταν στο σπίτι της οικογένειας για να κοινωνικοποιηθούν με έναν πολύ πιο ανοιχτό τρόπο από το συνηθισμένο. Αγαπημένη της ασχολία, ήταν ν’ ακούει τα προβλήματα του κόσμου και να δίνει συμβουλές.

Οι επισκέπτες είχαν συνηθίσει τις ιδιαιτερότητες της οικογένειας και του σπιτιού της: Δεν υπήρχαν, για παράδειγμα, έπιπλα που οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούσαν βασικά, αλλά ούτε και κάδρα στους τοίχους. Υπήρχαν όμως άπειρα βιβλία, στοιβαγμένα σε βιβλιοθήκες ή στο πάτωμα και πάνω στα υπάρχοντα έπιπλα.

Η Σεσίλια αδιαφορούσε για την πρακτική πλευρά της καθημερινότητας: Δεν ήξερε να μαγειρεύει και όταν η μαγείρισσα της οικογένειας είχε ρεπό απλώς άνοιγε το ψυγείο και έβγαζε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ό,τι υπήρχε. Αν υπήρχε…

Ήταν μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της, η οποία αφιέρωνε πολύ χρόνο στο γιο της, ακριβώς με τον τρόπο που σήμερα θεωρείται ενδεδειγμένος: Τον ουσιαστικό.

Μέσα σε όλα αυτά, δεν είναι πολύ περίεργο ότι ο Τσε αδιαφορούσε εντελώς και συχνά χλεύαζε την υποκρισία της υψηλής κοινωνίας της Αργεντινής. Αυτό εκφράστηκε από νωρίς και με την απέχθειά του για τη μόδα και εν μέρει την προσωπική υγιεινή και καθαριότητα. Νεαρός είχε το παρατσούκλι «El Chancho» (το γουρούνι), για το οποίο ήταν περήφανος.

Καρλ Μαρξ και Χουάν Περόν

Όταν έγινε αντάρτης διαπίστωσε ότι όλα αυτά ταίριαξαν απόλυτα με τη ζωή στα βουνά και τη ζούγκλα.

Παρόλα αυτά δεν προσπάθησε ποτέ να επιβάλει τις προσωπικές του προτιμήσεις και αξίες στους άλλους. Όταν ήταν υπεύθυνος οικονομικού σχεδιασμού στην Κούβα, εκνευριζόταν πολύ με την αδυναμία των Σοβιετικών να παράσχουν στη χώρα προϊόντα προσωπικής υγιεινής σε ικανές ποσότητες: Για τους Κουβανούς το σαπούνι και το αποσμητικό ήταν εξίσου αναγκαία με το φαγητό. Και παραμένουν.

Μεγαλώνοντας κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Περόν, ο Τσε άρχισε να εξερευνά τη μαρξιστική και σοσιαλιστική λογοτεχνία, από τον Ιωσήφ Στάλιν ως τον Αλφρέντο Παλάσιος, τον ιδρυτή του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Αργεντινής.

Ωστόσο, αυτό που τον ενέπνευσε περισσότερο ήταν ο ίδιος ο Περόν. Ο Περόν έχει χαρακτηριστεί μέχρι και φασίστας από μέρος του μαρξιστικού κινήματος, όμως στην πραγματικότητα είχε πολύ περισσότερα κοινά με τον Φιντέλ Κάστρο παρά με τον Μουσολίνι, με τον οποίο έχουν γίνει κατά καιρούς συγκρίσεις.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αργεντινής απεχθανόταν τον Περόν κυρίως λόγω των διασυνδέσεων του δεύτερου με τα εργατικά συνδικάτα· είχε μπει στα χωράφια των κομμουνιστών και φυσικά αυτό ήταν ασυγχώρητο.

Η στάση του νεαρού Τσε απέναντι στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Αργεντινής ήταν «επικριτική για τον σεχταρισμό του και σκεπτικιστή για τον ρόλο του στην πολιτική της Αργεντινής». Ανεξάρτητα από το τι σκεφτόταν για τα γραπτά του Στάλιν, ο Τσε έψαχνε για μια εναλλακτική όχι μόνο στην υπάρχουσα κατάσταση, αλλά και στις προτάσεις που προϋπήρχαν.

Ο νεαρός Τσε στην πραγματικότητα ήταν ένας πολιτισμικός επαναστάτης: Παρότι ήταν κάθετα εναντίον των κοινωνικών αδικιών, δεν καταλάβαινε βαθιά το καπιταλιστικό σύστημα, άρα ούτε και πώς να το ανατρέψει.

Ημερολόγια μοτοσυκλέτας και ταξικότητας

Εκείνη την εποχή άρχισε να ταξιδεύει σε όλη τη νότια Αμερική και τα περίφημα «ημερολόγια μοτοσυκλέτας» που έγραψε γι αυτά του τα ταξίδια είναι ένα μείγμα Τζάκ Κέρουακ και Τζον Ριντ. Όπως ο Κέρουακ, στο «On the Road», ο Τσε εκφράζει τη βαθιά του επιθυμία να συνδεθεί με τους λιγότερο προνομιούχους.

Αυτό που δεν βρίσκει κανείς στον Κέρουακ, όμως και το βρίσκει στον Τσε, είναι η επιθυμία να ανατρέψει τις συνθήκες που τους κάνουν λιγότερο προνομιούχους. Βασικότατο.

Στη Χιλή, έγραψε για τους ανθρακωρύχους: «Στο φως του μοναδικού κεριού που μας φώτιζε τα συσπασμένα χαρακτηριστικά του εργάτη ανέδιδαν έναν μυστηριώδη και τραγικό αέρα. Το ζευγάρι, παγωμένο στη νύχτα της ερήμου, αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον, ήταν μια ζωντανή αναπαράσταση του προλεταριάτου σε οποιουδήποτε μέρος του κόσμου. Δεν είχαν ούτε μια άθλια κουβέρτα για να καλυφθούν, έτσι τους δώσαμε τη μία μας και με την άλλη ο Αλμπέρτο και εγώ καλυφθήκαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε. Ήταν η φορά που κρύωσα όσο καμία άλλη, αλλά ήταν και η εποχή που ένιωθα λίγο περισσότερο σε αδελφότητα με αυτό το, για μένα, παράξενο ανθρώπινο είδος».

Τα ταξίδια του τον οδήγησαν τελικά στη Γουατεμάλα το 1954, όπου οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες διαμόρφωσαν την απόφασή του να γίνει επαναστάτης. Εκεί, προσπάθησε ανεπιτυχώς να υπερασπιστεί τον τότε πρόεδρο, Χακόμπο Αρμπένς, έναν μεταρρυθμιστή που ανέτρεψε πραξικοπηματικά η CIA. Έφυγε, πήγε στο Μέξικο Σίτι και εκεί γνώρισε τον Φιντέλ Κάστρο.

Στη Γουατεμάλα γνώρισε την Περουβιανή Χίλντα Γκαδέα, εξόριστο μέλος του αριστερού κόμματος APRA του Περού, την οποία αργότερα παντρεύτηκε. Παρότι ο ίδιος ήταν εξαιρετικά όμορφος, δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό, δεν πρόσεχε την εξωτερική εμφάνιση στις γυναίκες. Αυτό που τον τράβηξε στην Γκαδέα, ήταν η ισχυρή της προσωπικότητα, η ικανότητά της να είναι σύντροφός του πέρα από ερωμένη του.

Ο Κάστρο είχε πάει στο Μεξικό όταν του έδωσε χάρη ο Μπατίστα, κάτι που πιθανώς μετά μετάνοιωσε πικρά. Ο Κάστρο είχε οργανώσει ένοπλη επίθεση σε ένα στρατόπεδο και η πρώτη του σκέψη μετά τη χάρη, ήταν πώς θα επιστρέψει για να ανατρέψει το δικτάτορα.

Ο Τσε γνώρισε πρώτα τον αδελφό του Φιντέλ, Ραούλ, και έγιναν αμέσως φίλοι. Έτσι κανονίστηκε να οργανώσουν ένα δείπνο στο σπίτι των Γκεβάρα, για να υποδεχτούν τον Φιντέλ στο Μεξικό. Στο τραπέζι, η Χίλντα ρώτησε τον Φιντέλ γιατί είναι στο Μεξικό, αφού η επανάσταση γίνεται στην Κούβα.

«Ωραία ερώτηση, θα σας εξηγήσω», είπε εκείνος και η εξήγηση κράτησε ώρες. Ή και χρόνια, όπως το δει κανείς.

«Είμαι κομμουνιστής και θέλω να ελευθερώσω τη λατινική Αμερική»

Λίγο αργότερα ο Τσε συνελήφθη στο Μεξικό, καθώς οι αρχές έμαθαν για τα σχέδια που κατέστρωναν με τον Κάστρο για εισβολή στην Κούβα.

Μετά από μια εβδομάδα ανακρίσεων, ο Τσε είπε στους αστυνομικούς ότι «είναι κομμουνιστής και πιστεύει στον ένοπλο επαναστατικό αγώνα, όχι μόνο στην Κούβα αλλά σε όλη τη λατινική Αμερική».

Όταν το έμαθε, ο Κάστρο έγινε έξαλλος: Ο ίδιος προσπαθούσε να περάσει την αντίληψη ότι ήταν ένας «πατριώτης μεταρρυθμιστής» και θα ακολουθούσε τις δυτικές δημοκρατικές αξίες και παραδόσεις. Στην πραγματικότητα ήθελε τα ίδια με τον Τσε, αλλά προσπαθούσε να μην αποξενώσει εκείνο τα μετριοπαθές τμήμα της κουβανικής κοινωνίας που ήθελε να ξεφορτωθεί τον Μπατίστα αλλά χωρίς να γίνει η χώρα κομμουνιστική. Ο Τσε του το χάλαγε.

Τελικά ο Τσε απελευθερώθηκε και μαζί με τον Φιντέλ και άλλους 80 Κουβανούς επαναστάτες επιβιβάστηκαν στο καΐκι «Granma» στα τέλη του ’56 και έβαλαν πλώρη για την Κούβα. Τρεις μέρες αφότoυ αποβιβάστηκαν στη χώρα έπεσαν σε ενέδρα κυβερνητικών στρατευμάτων και επιβίωσαν μόλις οι 22, ενώ ο Τσε πυροβολήθηκε στο λαιμό.

Ο Κάστρο πήρε το πιστόλι του Τσε και τον επέπληξε επειδή είχε χάσει το τουφέκι του στη μάχη. Ο Τσε δεν πτοήθηκε και βάλθηκε να αποδείξει στον Κάστρο ότι ήταν τόσο άξιος της εμπιστοσύνης του όσο και αξιόμαχος. Παρά το γεγονός ότι υπέφερε από άσθμα, περπάτησε ακάματα για ατελείωτα χιλιόμετρα στην τροπική ζέστη και υγρασία, εμπνέοντας τους άντρες που βρίσκονταν στο πλευρό του.

Την 1η Ιανουαρίου οι επαναστάτες μπαίνουν στην Αβάνα και ξεκινάει ένα ολόκληρο νέο κεφάλαιο. Στη μετεπαναστατική Κούβα, ο Τσε ανέλαβε πολλά πόστα και δούλευε ασταμάτητα. Κάποιοι άνθρωποι μάθαιναν ότι έχουν ραντεβού μαζί του στις 3 και μετά καταλάβαιναν ότι το ραντεβού ήταν στις 3 το πρωί.

Καθώς τα αγγλικά στην Κούβα απαγορεύτηκαν και δεύτερη γλώσσα έγιναν τα ρώσικα, ο Τσε άρχισε μαθήματα με έναν φιλόλογο που του έστειλε το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας. Καθώς δεν υπήρχαν ρωσο-ισπανικά βιβλία, έκαναν το μάθημα με ένα ρωσο-γαλλικό.

Στο Κονγκό και τη Βολιβία

Όσο η επανάσταση προσπαθούσε να βρει το δρόμο της στην Κούβα, ο Τσε άρχισε να γίνεται ανήσυχος, καθώς αισθανόταν ότι δεν τον χρειαζόταν πιά. Έφυγε με στόχο την οργάνωση νέων επαναστατικών κινημάτων στο Κονγκό και αργότερα στη Βολιβία.

Και απέτυχε.

Απέτυχε κυρίως επειδή ο ίδιος πίστευε ότι μια επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από ένα ένοπλο κίνημα και να πετύχει βασιζόμενη σε αυτό, αγνοώντας ότι στην Κούβα υπήρχε ένα ολόκληρο υπόβαθρο πίσω από την επιτυχία του Κάστρο: Οι Κουβανοί ήταν έτοιμοι να ξεσηκωθούν και η επανάσταση είχε ριζώσει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της κοινωνίας πολύ πριν πέσει η πρώτη πιστολιά.

Ο Τσε έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα νέο Σιμόν Μπολιβάρ, ο οποίος υπό τη σημαία των μαρξιστικών ιδεών θα απελευθέρωνε τους λαούς της λατινικής Αμερικής από τους δυνάστες τους.

Στη Βολιβία τα πράγματα δεν ήταν καθόλου όπως τα περίμενε: Εκτός από το στρατό και τους Αμερικανούς, ο Τσε είχε να αντιμετωπίσει και την εχθρική συμπεριφορά του τοπικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο διαφωνούσε ιδεολογικά με τον κουβανικό μαρξισμό.

Οι βολιβιανές ειδικές δυνάμεις τον συνέλαβαν ύστερα από σύντομη μάχη στις 8 Οκτωβρίου 1967 στην τοποθεσία Κεμπράδα Ντελ Ιούρο. Πάνω του βρέθηκε το ημερολόγιο που κρατούσε για τη δράση του στη Βολιβία. Η πρώτη εγγραφή ήταν στις 7 Νοεμβρίου 1966 και η τελευταία στις 7 Οκτωβρίου 1967 την παραμονή της σύλληψής του.

Την επομένη μέρα εκτελέστηκε σε μία αίθουσα ενός εγκαταλελειμμένου σχολείου στο χωριό Λα Χιγκέρα. Ο εκτελεστής του ήταν ο λοχίας Μάριο Τεράν, που έδωσε μάχη με τους συναδέλφους για το ποιος θα έχει την τιμή να σκοτώσει τον διακεκριμένο αιχμάλωτο.

Τον πυροβόλησε με τέτοιο τρόπο, ώστε να φανεί ότι σκοτώθηκε σε μάχη. Η σορός του 39χρονου Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Βαγιεγκράντε για να επιδειχθεί στους εκπροσώπους του Τύπου. Ακολούθως, ένας στρατιωτικός γιατρός τού ακρωτηρίασε τα δύο χέρια ως αποδεικτικό στοιχείο και στη συνέχεια το υπόλοιπο της σορού του τάφηκε σε άγνωστο σημείο.

Ο τάφος του αποκαλύφθηκε το 1997 κοντά στο αεροδρόμιο του Βαγιεγκράντε από μια ομάδα κουβανών ιατροδικαστών. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Κούβα και τάφηκαν στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα.

Έγινε ποπ αρτ, μπλουζάκια, πόστερ, τραγούδια και πίνακας του Γουόρχολ.

Μόνο που ο τελευταίος, ειδικά στην περίπτωση του Γκεβάρα είχε άδικο: Όλοι, κατά την άποψή του, είχαν τα 15 λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούσαν στη ρουφήχτρα του μάρκετινγκ.

Ο Γκεβάρα δεν χρειαζόταν 15 λεπτά· είχε πάει πολύ πέρα απ’ αυτό, είχε εγγραφεί στην αιωνιότητα.

Πηγή: cnn.gr