12.7 C
Ikaria
Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου, 2022

…σαν περλόη

σαν περλοή*

Πριν αρκετά χρόνια συνέβη σε ένα συρμό του ηλεκτρικού τρένου Κηφισιά Πειραιά.

Κόσμος πολύς στριμωγμένος, κολλημένος κατά σαρδελώδη τρόπο ο ένας πάνω στον άλλο, εκεί, πλησιάζοντας τον σταθμό της Καλλιθέας άρχισε ο κόσμος κάπως να αραιώνει.

Μείναμε λίγοι στο βαγόνι, κάποιοι καθήμενοι, μερικοί όρθιοι. Επιτέλους βρήκα κι εγώ κάθισμα πλησίον του μεγάλου παραθύρου και κάθισα. Βλέποντας την διαδρομή μπορούσα να διακρίνω κάθε λεπτομέρεια, γνωρίζοντας όλα όσα κοιτούσα… χιλιάδες φορές τα είχα δει μιας και ανεβοκατέβαινα καθημερινά σχεδόν από εδώ…. μια μονοκατοικία με κήπο και καμινάδα, «εδώ θα μένουν τίποτα πλούσιοι», σκέφτηκα, αφού έχουν και τζάκι μακριά από το χωριό τους! παραδίπλα μια ξεβαμμένη πολυκατοικία με σκαλοπάτια στην είσοδο, με συμμετρικά φθαρμένα παραθύρια και διαχωριστικά θολά τζάμια στα μακρόστενα μπαλκόνια, «εδώ θα μένουν τίποτα φτωχοί», ξανασκέφτηκα… έτσι σιγά – σιγά μάθαινα από μόνη μου την ταξική πολεοδομία αυτής της Πόλης! ένα στενό δρομάκι που κατέληγε σε αδιέξοδο… ένα εργοστάσιο με ψηλά φουγάρα που έβγαζαν μαύρο, πυκνό καπνό, στο επόμενο τετράγωνο το συνεργείο με τους μουτζουρωμένους εργάτες να πηγαινοέρχονται κρατώντας πάντα κάποιο εργαλείο, να! και παρακάτω πλησιάζοντας το σταθμό του Νέου Φαλήρου το μεγάλο γήπεδο του «Ολυμπιακού» του ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ! του μεγάλου ήρωα που έπεσε από «αδελφικό» βόλι εκεί πάλι παραδίπλα στην μάχη του Ανάλατου… πόσοι άραγε το γνωρίζουν; Δεν ήταν ποδοσφαιριστής, πολεμιστής της Λευτεριάς ήταν κι Αρχιστράτηγος της Ρούμελης και γιος της Καλογριάς κι αθυρόστομος και Παληκάρι ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης!

«Να με συμπαθάς Καπετάνιε μου αλλά κάθε φορά που περνάω απ΄ εδώ σκέφτομαι τι πέρασε η γενιά σου… για να γιουχάρουν σήμερα σε κάθε αγώνα οι φίλαθλοι μέσα στο γήπεδο που φέρει το όνομά σου»!

Κι ενώ βυθιζόμουν στα δικά μου ιστορικά “νιτερέσια”, ξαφνικά ένα δυνατό τράνταγμα και φωνές για να επιστρέψω στο εδώ και στο τώρα … επανέρχομαι λοιπόν ακούγοντας τον έντονο διάλογο ανάμεσα στο ηλικιωμένο, μάλλον, ζευγάρι όπου από την αρχή σχεδόν είχαν σταθεί μπροστά στην πόρτα εμποδίζοντας τους επιβάτες στο «μπες – βγες».

Έδειχναν περαστικοί – ταξιδευτές από τα μέρη μας αφού δεν άφηνε στιγμή εκείνος από το χέρι του την καρό πρασινωπή βαλίτσα, όπου με μεγάλα, ανισομεγέθη γράμματα κι αρκετά ανορθόγραφα έγραφε όνομα και προορισμό …

Ο τρόπος που μιλούσαν και χειρονομούσαν ταίριαζε περισσότερο σε θεατρική, κωμική παράσταση για τούτο απλώθηκε σε όλο το βαγόνι μια σιωπή η οποία διακόπτονταν που και που από πνιχτά γέλια.

Καθισμένη πάντα στη θέση μου, τους απολάμβανα κι αν θυμάμαι καλά μέχρι και σήμερα το ύφος των συνεπιβατών μου, ήμουν κι η μόνη που καταλάβαινα το νόημα όλων των λέξεων που έλεγαν, το νόημα των φράσεων, η μόνη που ένοιωθα όλο εκείνο τον πηγαίο, αυθόρμητο ψυχισμό που εξέπεμπαν σαν να ήταν μόνοι τους στην αυλή του σπιτιού τους, καθισμένοι στην πεζούλα απομεσήμερο και κουβέντιαζαν όπως το συνήθιζαν: βροντερά και ισότιμα, τονίζοντας κάθε συλλαβή με χιούμορ και χωρίς απορίες για ό,τι έλεγε ο ένας προς τον άλλον…

Κι εγώ στις σκέψεις μου! καλά μας τα πες… Μιλιούνια και σήμερα οι «Προσκυνημένοι» εσύ τους έλεγες Τουρκοπροσκυνημένους μα το ίδιο είναι, σα να μας βλέπεις! Ανήμπορα ανθρωπάκια που τα σκιαζε και τα σκιάζει η φοβέρα, προύχοντες, λέει τότε όπως και σήμερα με το «έχει» τους και με τα δουλικά τους, που μόνοι τους κερνούν τη θυγατέρα ή την γυναίκα τους στους βρομιαραίους, να τα χουνε καλά με αγάδες και δερβεναγάδες… Έτσι σαν να σε ακούω Καπετάνιε μου!!!

Μα ετούτοι όρθιοι στην πόρτα ενός κινούμενου τρένου, ανυπόμονοι και βιαστικοί να φτάσουν στον Πειραιά να πάρουν το καράβι που θα τους πήγαινε στη Νικαριά!

«Λοιπόν Ευδοκιαά, άκου να μαθαίνεις εδώ που λες είναι το μεάλο αλώνι που παίζουσι οι «Ολυμπιακοί», αθυμάσαι που είχα πάει μια βολά και γωώ και γύρισα με σπασμένη την μούρη; παραλίγο να με σκοτώσουν οι λωλλοί»!

«Αα θυμούμαι λέει, σου χα πει μην ξανα/ξεκουτιαστείς και ξαναπάς γιατί τότε θα στο σπάσω το κεφάλι σου… άκου κει! να πιαίνετε να σκοτώνεστε για δαύτους που κλωτσούσι μια μπάλα, κείνοι κι απομονάχοι σας!… ε! αμ εκείνο κει ήντα΄ναι πάλι που μοιάζει με καλάθι»;

Η ξενάγηση συνεχιζόταν με το ίδιο ύφος και το ίδιο πάθος!

«Αυτό είναι το άλλο μεάλο στάδι που φτιάνει το Πασόνι (ΠΑΣΟΚ), αυτό δα που ψηφίσαμε τις προάλες ε θυμάσαι »;

Και βέβαια θυμόταν η Ευδοκία και τους θυμήθηκα κι εγώ ως αντιπρόσωπος τότε που έτυχε να ήμουν άλλου βεβαίως κόμματος αλλά και τι μ΄αυτό; τους βοήθησα να βάλουν το ψηφοδέλτιο που εκείνοι ήθελαν στο φάκελο κι η Ευδοκιά μου έλεγε με λαχτάρα πρωτίστως να σιγουρευτεί «Το ΠΑΣΟΝΙ, Χαρούλα, το ΠΑΣΟΝΙ, να ξεκουμπιστούν, να τους χώσουμε στο ντουλάπι που λέει κι ο Αντρέας» !

«Ιερός» τόπος με άσβηστο το καντήλι για προσκύνημα και βαθιά εξομολόγηση…

Κι έγινε το δικαστήριο από τους άθλιους τότε «Κωλέτηδες» πού νομίζετε; Μέσα στην Εκκλησιά, ήταν εκείνη η μοναδική φορά που είδες το Μάγουλο της Παναγιάς Ματωμένο, άλλος κανείς δεν το είδε, μόνο εσύ, γιατί εσύ είχες ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί της. Πήγαν οι αθεόφοβοι να σε δικάσουν μέσα στο σπίτι της να την λούσουν με ψέματα , φθόνο και βλαστήμιες. Άκουγες, άκουγες, άκουγες μόνο την δική της φωνή που σε προστάτευε απ΄ την χυδαία προδοσιά των κατηγόρων σου!

Και τούτοι εδώ κράτησαν το πιο ωραίο το για το τέλος.

«Να κοίτα βλέπεις; Αυτή –να! είναι η ταβέρνα που σού λεγα πως είχαμε πάει με τους άλλους καριώτες κι είχαμε κάνει ένα ζεύκι αξέχαστο! ηχορεύαμε μέχρι το πρωί αμ, εκείνο το κρασί που ήπιαμε ακόμα θυμούμαι τους σάρτους που δίναμε ίσαμε το ξόνι μέχρι κι ο ταβερνιάρης ήμπε στην παρέα μας… βρε που παν΄ τα νειάτα και τώρα εν ημπορούμε να πάρουμε τα πόδια μας» κι εκείνη με την ίδια ένταση της θύμησης:

«Πως εν το θυμούμαι βρε Μενέλαε! Που σαν απογυρίστηκες ήσουν κόκκινος και πρησμένος σαν την περλοή πούχουμε στο κατώι»!!!

Όλα εν κινήσει… Τρίτου βαθμού η φθύση σου, βγήκε κι έγραψε η φημερίδα της Διοίκησης για να χαρούν τα κοράκια. Κι έχει πολλά κοράκια ο κόσμος μας, ανθρωπάκια αχαμνά που τα τρώει ο φτόνος και το πάθος να πλουτίζουν ρημάζοντας τους γύρω τους… Κι άλλα που βλέπουν τη σκιά τους να μακραίνει και φτάνουν να πιστεύουν πως τράνεψε με μιας το μπόι τους! Κι όλο αυτό το ανθρωπομάνι που πηγαινοέρχεται νυχθημερόν στο σταθμό του Νέου Φαλήρου και γύρω απ΄ το γήπεδο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ τι να γνωρίζει άραγε απ΄τα τραντάγματα όχι μόνο των συρμών του τρένου αλλά και της ιστορίας;

Εσύ Καπετάνιο μου ήξερες τον αίτιο αυτόν που καλά σε σημάδεψε κι αν τα κατάφερνες να ζήσεις θα μας τον έλεγες και σε μάς! ακόμα έναν θα προσθέταμε στον μαύρο κατάλογο, όμως Τι εκέρδισε; ΤΙ ΕΚΕΡΔΙΣΕ;

Υ.Γ. Η Ευδοκία με τον Μενέλαο έφυγαν όπως ούλοι οι ταξιδευτές… όσο για μένα όλο και πιο αραιά πια, μου αρέσει να παίρνω αυτό το τρένο να κάνω την ίδια διαδρομή και να σιγοκουβεντιάζω με τις μνήμες! ιστορικές ή τις πιο απλές, τις ανθρώπινες…

Χαρούλα Κ. Κοτσάνη

*περλοή: δοχείο από δέρμα μεγαλόσωμου κατσικιού κατά προτίμηση τράγου με το οποίο μετέφεραν στα παλιά χρόνια οι Ικάριοι το κρασί των (τον ΠΡΑΜΝΕΙΟΝ ΟΙΝΟ).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

14,614ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,360ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ