Ρουά Ματ! – Προς όλους τους ”βασιλιάδες” του κόσμου και σε όσους αισθάνονται τοιουτοτρόπως

Ρουά ΜΑΤ!!!

προς όλους τους  «βασιλιάδες» του κόσμου και σε όσους αισθάνονται τοιουτοτρόπως!

Άνοιξη που δεν κρύβεται με τίποτα  η φετινή, που αδιαφορεί πλήρως για τα απογευματινά δελτία κρουσμάτων και θυμάτων, που γλεντάει τον φόβο και την μιζέρια μας, που χλευάζει τις κρίσεις θυμού και οργής που μας πιάνουν.

Άνοιξη «Βασιλική»  ετούτη μ΄ όλες τις χάρες και τα πλούτια της…

Αυτή η Άνοιξη με έχει ξεσηκώσει για σεργιάνι σε μακρινές εποχές με ήρωες και αντι-ήρωες,  με μάχες που δόθηκαν στα πεδία της εγγύς και μακρινής Ανατολής, με απίθανες στιγμές έξαρσης και μεγαλείου, με άγριες καταδιώξεις και εκκωφαντικούς θορύβους από την πτώση ολόκληρων αυτοκρατοριών, που συντρίβονται με ορμή εμπρός μου! και νάμαι τώρα ψάχνοντας στα χαλάσματα να αγγίζω ευλαβικά… «πεπαλαιωμένα εικονίσματα»!

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το γράμμα που έστειλε στον Αλέξανδρο ο τρομερός σε δύναμη και δόξα Δαρείος μετά την μάχη της Ισσού (333 π.Χ.),  που μέσα σε εκείνη την φοβερή αντάρα της φρίκης και στα ουρλιαχτά του άγριου φονικού, σε μια στιγμή στρίβει ο Πέρσης βασιλιάς το άρμα του βγαίνοντας από την συμπλοκή κι αρχίζει να τρέχει μπας και γλυτώσει, από κοντά ο Μακεδόνας να τον κυνηγάει ανελέητα… κι εκεί που ο δρόμος παραστένεψε παρατάει το άρμα, αφήνοντας το μανδύα, το τόξο και την ασπίδα και καβαλάει μια φοράδα, περαστική αυτή και βιαστική νάβρει το πουλάρι της και αστραπή με τον «υψηλό» αναβάτη της φορώντας ακόμη στο κεφάλι του την Τιάρα, χάθηκαν στο τέρμα της πλαγιάς την ώρα που έπεφτε η νύχτα, κι αφού του ξέφυγε από το ξέφρενο αυτό κυνηγητό, ο Αλέξανδρος κατάκοπος επιστρέφει με τα βασιλικά «λάφυρα»  αλλά με θλίψη γιατί εκείνος τον ίδιο ήθελε να κρατάει… όχι ετούτα!

«Αλέξανδρε»! του λέει στην επιστολή: «Η μάχη κρίθηκε είσαι ο νικητής, προτείνω συνεννόηση… έφτασες και κυρίεψες μεγάλο μέρος της Ασίας, αυτό που ήθελες, έλα τώρα να μοιράσουμε την επικράτεια. Εγώ από εδώ, Εσύ από εκεί … Όλα τα κέρδισες και εξουσία και νίκες και πλούτη και παντοτινή δόξα… Σταμάτα να απολαύσεις όσα σπουδαία κατέκτησες γιατί θνητοί γεννηθήκαμε κι εγώ φίλος και σύμμαχος από δω και μπρος…»  και άλλα τέτοια ωραία και πονηρά του έγραφε!

«Τι λες Παρμενίων»; Ρωτάει δοκιμάζοντας τις προθέσεις του ως τότε αγαπημένου στρατηγού του. Και ο Παρμενίων: «Λογικά φαίνονται, ίσως και συμφέροντα εγώ τουλάχιστον θα τα σκεφτόμουν αν ήμουν Αλέξανδρος» … «Κι εγώ μα τον Δία, Αν ήμουν Παρμενίων»!!! Με αυτό το ΑΝ έγραψε την μετέπειτα ιστορία που άλλαξε την πορεία του κόσμου…

Και μετά τον θρίαμβο στα Γαυγάμηλα (331 π.Χ.), πάλι του ξέφυγε ο Δαρείος αρνούμενος να παραδεχθεί τον Νέο Στρατηλάτη κυρίαρχο πια όλης της Ασίας και όχι της μισής. Θυμωμένος πήρε τα βουνά, έχοντας μαζί του τον ανθό της περσικής ευγένειας, σπουδαίους στρατηγούς, καλοπληρωμένο στρατό από όλες τις φυλές της κυριαρχίας του και έλληνες μισθοφόρους, (όπως πάντα)… βάζοντας επικεφαλή τον συγγενή του βάκτριο  Βήσσο κι έτσι σχεδίαζε να πολεμήσει ακόμα μια φορά τον αντίπαλό του, ελπίζοντας πως θα αλλάξει η κακοτυχία του…! Μάταια τον συμβούλευαν οι δικοί του να συνεχίσει ακόμα το φευγιό γιατί ο Αλέξανδρος όλο και ζύγωνε! Την ύστατη στιγμή του προτείνουν να δώσει προσωρινά, έστω και δανεική,  την «Τιάρα» στον Βήσσο για να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη του στρατού … οργισμένος για την φανερή αμφισβήτηση απειλεί θεούς και δαίμονες, μπροστά στον κίνδυνο βρίσκεται ο συμβιβασμός, πέφτουν στα πόδια του ζητώντας να τους συγχωρέσει για την απερίσκεπτη πρόταση… όμως την επόμενη μέρα που κατασκηνώνουν στην Θάρα, ο Βήσσος και οι δικοί του χώνονται στην βασιλική σκηνή, τον πιάνουν, τον δένουν, τον σέρνουν στο άρμα για να τον πάνε στην Βακτριανή  ώστε να  τον παζαρέψουν όταν θα έρθει η ώρα με τον Αλέξανδρο… Οι Μακεδόνες κυνηγάνε μερόνυχτα τους φυγάδες, μιαν αυγή βλέπουν μπροστά τους το καραβάνι των φυγάδων να προχωράει άταχτα και απροφύλαχτα. Χιμάει τότε ο Αλέξανδρος : πανικός από τον ξαφνικό αιφνιδιασμό…

Η αρμάμαξα του Δαρείου στη μέση και γύρω της οι συνωμότες! Δεν έχουν άλλο χρόνο, χιμάει ο Βήσσος με τον Βαρσαέντη στον δεμένο βασιλιά και τον κατάσφαξαν… δεν άντεξε, οι  Μακεδόνες τον βρήκαν νεκρό, και όπως μας λέει ο Αρριανός, ο Αλέξανδρος τον σκεπάζει με την δική του πορφύρα… Έτσι κακήν κακώς πήγε ο στερνός Μεγάλος Βασιλιάς των Περσών από το ένδοξο γένος των Αχαιμενιδών…  φυγάς ανάμεσα σε προδότες κι ύστερα δεσμώτης βασιλιάς σφαγμένος από τους δικούς του σατράπες και συγγενείς. Και μόνη του ΄μεινε τιμή πως στη ζωή του δεν έδωσε την τιάρα του, παρά πέθανε σαν βασιλιάς και σαν βασιλιά τον ετίμησε ο Αλέξανδρος, στέλνοντας την σορό του να ταφεί στην Περσέπολη, όπου η μάνα του η Σισύγαμβις τον έθαψε με τις τιμές που του πρέπαν… δηλαδή «βασιλικές»!

Και τι δεν έχει γραφτεί γι αυτή την μεγάλη εκστρατεία που άλλη παρόμοια δεν γνώρισεν η γη.

Ένας Χάρης ίσως από Μυτιλήνη γιατί αναφέρεται ως μυτιληναίος, αρχιθαλαμηπόλος του βασιλιά από τα σωζόμενα  «απομνημονεύματά» του έγραψε  στο 5ο βιβλίο πως ο βασιλιάς των Περσών είχε πάνω από το κεφαλάρι του κρεβατιού του  «οίκημα τι πεντάκλινον» (είδος χρηματοκιβωτίου), με 5000 χρυσά τάλαντα, έτερον τρίκλινον προς τα πόδια με 3000 τάλαντα και πάνω από το κρεβάτι του χρυσό κλήμα λιθοκόλλητο… Θησαυροί αμύθητοι ήταν αυτοί, μαξιλάρια, στρώματα γεμάτα,  χρυσά συρτάρια παντού φορτωμένα, ταβάνια, πατώματα με κρυψώνες που έκρυβαν χρυσά τάλαντα, πολλά τάλαντα κι όμως τίποτα από αυτά δε κατάφεραν να σώσουν το παλιό κόσμο που γκρεμιζόταν με τόσο πάταγο!!!

Και την θέση του έπαιρνε η μεγάλη εκείνη σύγκραση ελληνικού κι ασιατικού κόσμου, είναι η στιγμή όπου η Ανατολή και η Δύση αρχίζουν να ζυμώνονται και να γεννιέται ένα άλλο μέλλον, όπου μέσα του πια η κάθε μια τους θα εναπόθετε την χωριστή της υπόσταση, αυτή που κι εμείς ζούμε σήμερα χωρίς να το πολυγνωρίζουμε επακριβώς!

Χαρούλα Κ.Κοτσάνη  (2020 μ.Χ.)

 

About ikariaki.gr