«Μου φτάνει που μεγάλωσα μ’ εσένα…»

Αποχαιρετισμός στον Λουκιανό Κηλαηδόνη – Του Βασίλη Καρναβά

Λουκιανός Κηλαηδόνης (1943-2017)

Kάθε φορά που ένα αγαπημένο πρόσωπο χάνεται, μαζί του παίρνει κι ένα κομμάτι της δικής μας ζωής. Κάπως έτσι συνέβη και με την πρόσφατη απώλεια του Λουκιανού Κηλαηδόνη για όλους όσοι, περισσότερο από τρεις δεκαετίες, τον παρακολουθούσαμε και είχαμε συνδέσει γεγονότα της ζωής μας με τις ιδιαίτερες μελωδίες του.

Η επαφή του Κηλαηδόνη με τη μουσική και ιδιαίτερα με το πιάνο ξεκίνησε, από ένα παιχνίδι της τύχης, σε μικρή ηλικία. Τελειώνοντας το σχολείο και μετά από ένα ολιγόμηνο διάλειμμα ως ναυτικός σπούδασε στην Αρχιτεκτονική. Δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα και αποφάσισε ότι το μέλλον του βρισκόταν μάλλον στη μουσική. Ξεκίνησε να συνθέτει τα πρώτα του κομμάτια και να γράφει μουσική για το θέατρο.

Το 1971 κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο, τη μουσική του θεατρικού «Η μικρή μας πόλη». Ακολουθεί ο «Κόκκινη κλωστή» σε στίχους του Ν. Γκάτσου. Ο πρώτος δίσκος με το προσωπικό του μουσικό στιλ ήταν τα «Μικροαστικά» (σε στίχους Γ. Νεγρεπόντη). Κυκλοφορήθηκε το 1973 και σηματοδότησε την αρχή της ιδιαίτερης πορείας του. Στον δίσκο «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι» (1978) για πρώτη φορά γράφει εξ ολοκλήρου τους στίχους και τη μουσική. Η δισκογραφία του περιλαμβάνει περισσότερους από 20 τίτλους.

Από πολύ νωρίς αποφάσισε να ακολουθήσει εντελώς προσωπικό δρόμο στην σύνθεση αλλά και στη στιχουργία. Sui generis, πνεύμα ανεξάρτητο, πέρα από τις ευκαιριακές μόδες και από τις εύκολες επιλογές. Αν και στην αρχή της διαδρομής του απέδειξε ότι θα μπορούσε εύκολα να γράφει όμορφα και επιτυχημένα λαϊκά από ένα σημείο και πέρα αποφάσισε να εγκαταλείψει αυτή την «πεπατημένη» και να αφοσιωθεί στον ιδιαίτερο τρόπο που τον εξέφραζε. Στη μουσική του δεσπόζουν τα. πέραν του Ατλαντικού μπλούζ, ροκ εντ ρολ, κ.α ακούσματα της δεκαετίας του ‘50 και του ΄60. Όπως έλεγε ο ίδιος, την εποχή που όλη η Ελλάδα τραγουδούσε αντάρτικα, Θεοδωράκη και λαϊκά, τόλμησε με δίσκους όπως το «Media Luz» και το «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι» απλά γιατί αυτό τον εξέφραζε εκείνη τη στιγμή. Το κοινό αναγνώρισε την καλλιτεχνική εντιμότητα του συνθέτη και τον επιβράβευσε με υψηλές πωλήσεις δίσκων αλλά και γεμίζοντας τους χώρους που διάλεγε για ζωντανές εμφανίσεις. Κυρίως όμως, τον επιβράβευσε παραχωρώντας του ένα ξεχωριστό χώρο στην καρδιά του.

Στις ζωντανές εμφανίσεις του επεδίωκε κλίμα, συμμετοχικό με τον κόσμο να τραγουδάει μαζί του σαν μια μεγάλη παρέα. Στην πλειοψηφία τους άλλωστε τα τραγούδια του δεν είναι παρά στιγμιότυπα της ζωής αυτού του κόσμου, ιδωμένα με σαρκασμό και σατιρική διάθεση. Ιστορική έχει μείνει η συναυλία του στη Βουλιαγμένη (Ιούλιος 1983) όπου υπολογίζεται ότι την παρακολούθησαν πάνω από 100.000 άτομα, πλήθος τεράστιο για εκείνη την εποχή. Ο ίδιος είχε πει ότι ήταν επιθυμία της στιγμής και γι’ αυτό δε σκέφτηκε ποτέ να την επαναλάβει.

Η γνωριμία μου με τον Κηλαηδόνη ξεκίνησε λίγο μετά από κείνη τη συναυλία. Σιγά σιγά άρχισα να συγκεντρώνω τους δίσκους του και να παγιδεύομαι από τη μουσική του. Λογική συνέχεια ήταν να αποκτήσω και τις παρτιτούρες του και να χρησιμοποιήσω τραγούδια του στη δουλειά μου στο σχολείο (βλέπετε δεν υπήρχαν τότε στα Δημοτικά Σχολεία καθηγητές μουσικής). Το 1987 αν θυμάμαι καλά, ως συνεργάτης του τότε Ράδιο Ικαρία με ένα άγχος απερίγραπτο, κατάφερα να του πάρω μια συνέντευξη μετά τη συναυλία που είχε δώσει στον Άγιο Κήρυκο.

Από τα αμέτρητα δημοσιεύματα που ακολούθησαν την απώλειά του ξεχωρίζω αυτό της Ρένιας Θεολογίδου η οποία έγραψε: «Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης υπήρξε ένας βιογράφος της νεότερης Ελλάδας». Πράγματι, στους στίχους του συνυπάρχουν η μεταπολίτευση, η αντιπαροχή, η αστυφιλία, η πολιτικές αναταραχές, τα πάρτι, τα ινδάλματα της εποχής, η θέση της γυναίκας, τα θερινά σινεμά, η μεταλλάξεις της αριστεράς, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, οι παρέες, οι γκόμενες, τα προσωπικά αδιέξοδα, το μπλουζ, τα πάρτι και τόσα άλλα. Μέχρι και την κηδεία του είχε προλάβει μέσα από ένα χιουμοριστικό τραγούδι να περιγράψει για το πως την φανταζόταν (Κούφια η ώρα, 1990).

Στην πραγματικότητα, λέει η Θεολογίδου, «δεν κλαίμε για τον Λουκιανό, πίσω απ’ το φέρετρό του κλαίμε για τα καλύτερά μας χρόνια που ίσως να έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί…»

Προσωπικά, τον θεωρώ πριν από οτιδήποτε άλλο ως έναν ποιητή-ανατόμο της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδιοσυστασίας των ανθρώπων της. Αν ήταν συγγραφέας θα μπορούσε ίσως να ήταν ο Ψαθάς, ο Τσιφόρος ή ο Φρέντι Γερμανός. Συνεπής κι ο ίδιος με τον τρόπο ζωής που περιέγραφε στα τραγούδια του, μπόρεσε να διατηρήσει την αυθεντικότητά του ως καλλιτέχνης αλλά δυστυχώς όχι την μακροημέρευση…

Αισθάνομαι τυχερός που μεγάλωσα με τη μουσική του. Διατηρώ τη σιγουριά ότι θα συνεχίσει να συντροφεύει τις ερχόμενες γενιές για πολλά ακόμη χρόνια και να μας/τους θυμίζει εκείνη την αξέχαστη εποχή..

Καλό σου ταξίδι στις μπάντες του ουρανού Λουκιανέ …

Βασίλης Καρναβάς


Σημείωση της Ικαριακής Ραδιοφωνίας

Βρήκαμε στο αρχείο της Ικαριακής Ραδιοφωνίας (τότε Ράδιο Ικαρία) την συνέντευξη του Λουκιανού στον Βασίλη τότε που ήρθε στο νησί μας για μια μοναδική συναυλία. Απολαύστε την.

About ikariaki.gr