«Μεσακτή» του Μάκη Μαλαφέκα: Ένα καλοκαιρινό νουάρ στην Ικαρία

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Μάκης Μαλαφέκας, που ζει και εργάζεται στο Παρίσι, μας έχει ήδη συστήσει –και καθιερώσει στο μυαλό των οπαδών του ελληνικού νουάρ– τον ήρωά του, Μιχάλη Κρόκο, μέσα από τη σειρά βιβλίων του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μελάνι.

Στο νέο του υπό έκδοση βιβλίο «Μεσακτή» ο Μιχάλης Κρόκος προσπαθεί να εκδώσει το παλπ μυθιστόρημα που έγραψε για την Documenta της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να επιβιώσει στο καυτό καλοκαίρι του υπερτουρισμού και του Airbnb. Ένας παλιός φίλος, εκδότης περιοδικού, τον στέλνει στην Ικαρία, από όπου ο Κρόκος έχει μακρινή καταγωγή, για να του γράψει μια ελαφριά ιστορία με σέρφερ και παραλιακά μπαρ. Εκεί, ο συγγραφέας θα έρθει αντιμέτωπος με όλες τις φυλές του ελληνικού καλοκαιριού, θα ερωτευτεί την εθιστική φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας στο εξοχικό όπου φιλοξενείται και θα γίνει ο αυτόπτης μάρτυρας του ανεξήγητου πνιγμού της. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι βρίσκεται στο νησί για έναν συγκεκριμένο λόγο και θα μπει στα πυκνά δάση της ενδοχώρας αναζητώντας εμμονικά το φινάλε της ιστορίας ενός ακόμη βιβλίου που δεν πρέπει να γράψει.

Η «Μεσακτή» είναι το δεύτερο παλπ μυθιστόρημα της σειράς του Μιχάλη Κρόκου, που ο Μάκης Μαλαφέκας αφιερώνει στους μόνιμους κατοίκους Ικαρίας. Η LiFO εξασφάλισε και προδημοσιεύει αποκλειστικά αποσπάσματα.

Κεφάλαιο 6

Μάκης Μαλαφέκας, Μεσακτή, Εκδόσεις Μελάνι

Κατέβηκε όλο το καράβι. Δεν πήγαινε ούτε ένας στη Σάμο. Και σε κανένα άλλο νησί. Ικαρία. Χίλια άτομα και βάλε. Κατεβήκαν κι οι λοστρόμοι. Λαός με ορειβατικά σακίδια και σπασμένες ψάθες, παλιά τζιπάκια με καλαμωτή οροφή και καλά, κυριλέ άτομα με μπλε πουκάμισα slim fit και Delsey με ροδάκια, ογδονταπεντάρηδες κουλ με μπαστούνια και Ρόμπε Ντι Κάπα, βέσπες, παπάκια, XT παλιές, XT καινούριες, δύο Καβασάκι Νίντζα, μια λαχανί και μια μαύρη – ποιος κατέβαζε Νίντζα στην Ικαρία; Είχανε φτιάξει τους δρόμους; – διαλυμένα σεντάν οικογενειακά με ένα πόντο σκόνη, διαλυμένα μικρά χιλιάρια, πενήντα στη σειρά μαζί και το δικό μου, Λάντα, γουρούνες, SUV, βανάκια Φοξβάγκεν, τα παλιά, με ζωγραφισμένα λουλούδια, ζευγάρια που τσακώνονται κατευθείαν, ζευγάρια που βγάζουν κατευθείαν σέλφι, παρέες με κιθάρες, με σκυλιά, με παπαγάλους, πέντε εικοσάρες με μπικίνι, η μία να άλλαζει όπως περπατάει, κι όλο αυτό το πράγμα να τσουλάει αργά προς τον Εύδηλο μέσα σε φωνές και κορναρίσματα και αγκαλιές και «ντάξει, ακραίο; Kαι φέτος εδώ, γαμώ την τρέλα μου; Kαι φέτος φασάρες εδώ και σκηνικά; Ικαρία, μαλάκα. Δώσε. Θρησκεία».

Οδήγησα μέχρι το μεγάλο πάρκινγκ, το άφησα εκεί και πήγα για καφέ στο λιμάνι μέχρι να περάσει ο κόσμος του καραβιού. Μετά από κάνα σαραντάλεπτο, ξεκίνησα για Γιαλισκάρι. Ο Καρατζάκος μού είχε στείλει πλήρεις οδηγίες. Υπήρχε λέει καινούριο σούπερ μάρκετ, μεγάλο, Σκλαβενίτης, πάνω στον κεντρικό, στα πέντε χιλιόμετρα απ’ το σπίτι.

«Όχι και καινούριο, μπρο. Είναι εφτά οκτώ χρόνια τώρα το σούπερ-μάρκετ» είπε ο τύπος με το μπλουζάκι Sankt Pauli που πήρα ωτοστόπ έξω απ’ τον Εύδηλο.

«Ναι, αλλά εγώ έχω να ‘ρθω απ’ το ’99. Για μένα, μπήκε σήμερα».

«Ώπα, είσαι πολύ παλιός εδώ δηλαδή».

«Έχω καταγωγή» είπα. «Θα σταματήσω να πάρω κάτι πράγματα, αν δεν σε πειράζει…»

«Ναι, ρε συ, εννοείται. Κι εμένα εκεί θα μ’ αφήσεις, λίγο παρακάτω πάω… Και δεν μου λες, από πού δηλαδή η καταγωγή; Από μέσα, πάνω, σ’ εκείνα τα χωριά που κοιμούνται τη μέρα και ανοίγουν τα μαγαζιά τους τη νύχτα;»

«Όχι, από κάτι άλλα χωριά που γράφουν βιβλιαράκια παλπ για τη σύγχρονη τέχνη και μετά δεν απαντάνε οι εκδότες στα τηλέφ-»

«Έλα, ρε φίλε! Ικαριώτης… Τι λες τώρα… Το ‘ξερα ότι είσαι ντάξει. Μόνο οι ντόπιοι σε παίρνουν ωτοστόπ. Τεράστια άτομα. Γι’ αυτό ζούνε εκατό χρόνια να πούμε…»

«Δεν είμαι ντόπιος. Έχω μία καταγωγή» είπα χαμογελώντας.

Είχαμε φτάσει στον Σκλαβενίτη. Το πάρκαρα και βγήκαμε έξω.

«Πας καθόλου Μεσακτή, γενικά;» τον ρώτησα.

«Ναι, ψιλοκάθε μέρα».

«Τι φάση παίζει εκεί με τους σερφάδες;»

«Ε.. Είναι εκεί, στο κέντρο της παραλίας που σηκώνει το κύμα… Είναι κουλ, δεν ενοχλούν. Έχουνε και μια σχολή που κάνεις μαθήματα, ξέρω ‘γω. Ωραία ατομάκια, γενικά… Δυνατά… Λοιπόν, την έκανα. Άντε, γεια, καλά μπάνια».

«Γεια σου» είπα.

Ο Sankt Pauli πήγε προς τον δρόμο κι εγώ προς το σούπερ-μάρκετ.

«Και δεν μου λες» του ξανάπα από μακριά, «μαζεύει πολύ κόσμο;»

«Πού, στη Μεσακτή;»

«Ναι».

«Δεν διανοείσαι. Της καριόλας. Περισσότερο από ποτέ. Η πιο ακραία φάση που έχω δει όλα αυτά τα χρόνια».

 

Τρία μπουκάλια βότκα, δύο εξάδες τόνικ, τέσσερις εξάδες μπίρες, πιτσίνια, πακοτίνια, δύο τετράγωνα ψωμιά για τόστ, μεγάλα, τυρί για τοστ, ζαμπόν, ντομάτες, πορτοκάλια για στύψιμο, να πάρω και αυγά; Να πάρω. Κι ένα Τζέιμσον. Παγοκυψέλες υπήρχαν στο σπίτι, είχε πει ο Βαλ. Την τελευταία στιγμή στο ταμείο, πήρα και δύο πακέτα Μέντος. Γιατί όχι; Διακοπές ήμουν, ό,τι ήθελα έκανα. Φόρτωσα κι έφυγα.

Στο Γιαλισκάρι, σταμάτησα στο φαρμακείο, νυχοκόπτης και προφυλακτικά, και είδα ότι είχα αναπάντητη απ’ τον Περδίκη. Δεν είχε πουθενά δίκτυο σ’ αυτό το νησί. Τώρα είχε πιάσει ένα Turkcell από απέναντι, ένα στα τέσσερα. Κουνήθηκα λίγο, πήγα δίπλα στο σουβλατζίδικο, τίποτα. Μπήκα στ’ αμάξι κι έφυγα. Στην επόμενη στροφή, πίσω από κάτι ευκάλυπτους, ξεκινούσε ένα χάος από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μηχανές, από αριστερά απλωνόντουσαν δυο τρεις γυμνοί λόφοι με ελάχιστα σπίτια, κι από κάτω, δεξιά, η Μεσακτή.

 

Φωτο: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

 

Κεφάλαιο 8

«Όχι, το θέμα τώρα πια δεν είναι οι γκρούβαλοι. Δεν έχω θέμα με τους γκρούβαλους. Ποτέ δεν είχα, να σου πω. Το θέμα είναι οι φασαίοι. Λαπτοπάκι κρυφά στο αντίσκηνο, Καρέλια κασετίνα και καλά, ή και σακουλίτσα χύμα καπνό Αγρινίου μη σου πω, να βρούμε την πιο ερημική παραλία, το πιο “authentic” χωριουδάκι, το “ωραίο το καφενείο σ’ εκείνη την πλατεία με τη μουριά”, και να το πήξουμε, να το γαμήσουμε στη “φάση” και στο Ίνσταγκραμ με το σωστό χάσταγκ, και στο σωστό ποτό στο σωστό μέρος με το σωστό ψάθινο καπέλο, να το αποφύγουμε μετά γιατί τώρα πια “γαμήθηκε η φάση”, το “γάμησαν” – γιατί αυτός τώρα πια είναι λόκαλ, κατάλαβες; –, και “πάμε ν’ αράξουμε αλλού”. Αυτοί είναι η πανούκλα. Το τέλος του νησιού. Στο λέω. Θα το δεις. Θες άλλο καφέ;»

Είχα κατέβει, είχα βουτήξει, το νερό ήταν κρύο και καθαρό, κι είχα πει ότι θα κάτσω στην παραλία μέχρι να στεγνώσω αλλά δύο τύποι δίπλα τέντωσαν ένα σχοινί ανάμεσα σε έναν πάσσαλο κι ένα αρμιρίκι και άρχισαν να κάνουν ακροβατικά και μαζεύτηκε κόσμος ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου, και παραδίπλα ήταν οι ρακέτες και μετά το βόλεϊ, κι έτσι ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι το μπιτσόμπαρο, το μεσαίο απ’ τα τρία, το Lagoon που είχε κανονική μεγάλη μπάρα, και τώρα μιλούσα με τον μπάρμπαν, έναν Νίκο με φαρδύ πουκάμισο και κοτσίδα που τα ‘λεγε σπινταριστά, και δύο άλλα άτομα που είχαν ξεμείνει εκεί από προχθές. Ή από πρόπερσι. Και, βασικά, δεν μιλούσα. Άκουγα. Και βράδιαζε.

«Ναι. Όχι… Μια βότκα με πάγο».

«Αλλά όλοι αυτοί δεν έχουν καταλάβει πού πάει το πράγμα» είπε ο Νίκος σερβίροντας τη βότκα.

«Πού πάει το πράγμα;» ρώτησα.

«Προς το τέλος. Και γρήγορα. Όλα αυτά που βλέπεις, ό,τι βλέπεις, θα χαθεί. Το πράγμα στερεύει από μέσα».

«Εννοείς αυτά για την κλιματική αλλαγή;» είπε ο ένας απ’ τους δύο στη μπάρα. Ο άλλος κάρφωνε ανέκφραστος τα μπουκάλια του μπαρ.

«Ναι, η κλιματική αλλαγή…» είπε ο Νίκος κουνώντας το κεφάλι. «Πριν την κλιματική αλλαγή, έχεις το κούφιο υπέδαφος με όλο τον ορυκτό πλούτο που έχει τελειώσει, μιλάμε μηδέν, κι άσε τους άλλους να ψάχνουν για χρυσάφι στις Σκουριές και μάρμαρο στις Κυκλάδες… Και πριν το υπέδαφος, έχεις την κοινωνία, φίλε μου. Τους ανθρώπους. Ξέρεις, αυτό πάει περίπατο μόνο μία φορά. Δεν ξανάρχεται μετά. Τέλος. Άλλα δύο-τρια καλοκαίρια μας έμειναν. Ξεραίνονται όλοι. Και όλα. Δεν το βλέπεις; Άντε γεια. Όσοι μπορούν, φεύγουν, κι όσοι μένουν γίνονται ρεσεψιονίστες. Και “μπαρίστα”. Έχουν εκεί τα παιδάκια και τα παραμυθιάζουν ότι παίζουν σε σειρά στο Νέτφλιξ, ότι είναι ξέρω ‘γω στο Μπρούκλιν, και σε ρωτάνε “Αιθιοπία ή Γουατεμάλα”, κι εσύ τους λες δεν με νοιάζει φίλε, δεν ξέρω, κι αυτοί σου απαντάνε…»

Ο ήλιος έδυε. Η παραλία κάτω ήταν ροζ και χρυσή, κι όσοι ανέβαιναν να βγουν στο δρόμο ήταν μωβ. Αυτό το φως τους έκανε όλους μωβ. Εκατοντάδες έφευγαν, σιγά σιγά, κι η Μεσακτή άδειαζε από κόσμο, εκτός απ’ όσους πήγαιναν προς τις σκηνές τους, στο ποτάμι, και κάτι άλλες ομάδες στη μέση της παραλίας που μάλλον ήταν οι σερφάδες, γιατί είχαν όρθιες σανίδες χωμένες στην άμμο. Κανείς τους δεν ήταν στο νερό, γιατί δεν κουνιόταν φύλλο. Κι εγώ ήμουν στο σωστό μέρος. Οι αναλύσεις τού μπάρμαν δεν με ενοχλούσαν καθόλου, είχε θέα, σκιά, τα καθίσματα ήταν αναπαυτικά, και έκανε και τοστάκια. Εδώ θα την έβγαζα γενικά. Στο Lagoon της Μεσακτής.

«Να, τους βλέπεις; Εκεί είναι οι φίλοι σου» είπε. «Περιμένουν τα κύματα. Από αύριο, είπαν, θ’ αρχίσει να σηκώνει. Να βάλω άλλη μία;»

«Ρε, μαλάκα!» είπε απ’ το πουθενά ο δεύτερος τύπος στη μπάρα. «Αλλάξαν το μπουκάλι το Γκόρντονς;»

Δεν πήρε καμία απάντηση. Έκανα σήμα στον Νίκο ότι όχι, ντάξει, ευχαριστώ, χαιρέτησα και σηκώθηκα. Πήγα προς τη σκάλα για την παραλία. Μια βόλτα κάτω, κι ύστερα σπίτι και ύπνο. Πήρα κι ένα μικρό νερό απ’ το ψυγείο. Δίπλα στο ψυγείο, στην άκρη του μπαρ, καθόταν ένας γέρος με τσίπουρο. Μπορεί να ήταν οποιασδήποτε ηλικίας από εβδομήντα πέντε μέχρι ενενήντα. Με κοίταξε με ασημένια μάτια.

«’α βάλει αέρα, ‘α βάλει ‘πικίντυνα στρίμματα» είπε. «’α προσέξεις. ‘α σηκώνει πέτρες. Αλλά μόνο απ’ το βράδυ, αύριο. Και την άλλη μέρα ‘α ‘ρτούνε τα πολλά. Κοίτα, η Χιό έχει ακόμα καλοσύνη».

Κοίταξα τον ορίζοντα. Βαθύ μπλε και μαύρο. Δεν φαινόταν ούτε η Χίος ούτε τίποτα. Αλλά ο γέρος φαινόταν να τη βλέπει. Τον χαιρέτησα κι αυτόν, και κατέβηκα στην παραλία. Περπάτησα ανάμεσα στους τελευταίους κάγκουρες με τις ρακέτες και τα ξυρισμένα βυζιά, πέρασα την τελευταία σειρά από άδειες ξαπλώστρες και συνέχισα προς τον λόφο με τα πεύκα, απ’ την αντίθετη μεριά των σερφάδων. Δεν είχα καμία όρεξη να γράψω. Ιστορίες με μπικίνι και κοκτέιλ… Δεν ήθελα να κάνω τίποτα. Ήθελα να κοιμηθώ για τρεις μέρες σερί, να πιω τα ξύδια που αγόρασα, να φάω όλα τα τσιπς, να ξεχάσω πού μένω και γιατί, τι σκατά κάνω εκεί πάνω σ’ αυτό το σπίτι, τι συνέβη πριν και τι συνέβη ακόμα πιο πριν, και μετά να πέσω να ξανακοιμηθώ.

 

 

Απόσπασμα 3 (Κεφάλαιο 9)

Μες στο αμάξι με την ντρέντλοκ, Μέντος για πρωινό, αυτή μόνο μπικίνι, εγώ μόνο βερμούδα, ντάλα ήλιος, να την πάω στο αντίσκηνο. Είχε στήσει με τρεις άλλους μπροστά στο εξοχικό της γυναίκας του Καμμένου, του Πάνου Καμμένου, του υπουργού, που ήταν πάνω απ’ το Γιαλισκάρι, ένα-ενάμισι χιλιόμετρο απ’ τη Μεσακτή. Επειδή λέει εκεί είχε φοβερή θέα και μεγάλα πεύκα με σκιά, κι όταν ήταν άδειο ήταν η απόλυτη καβάτζα που δεν την ξέρει κανείς. Αλλά τώρα είχε ακουστεί ότι θα ‘ρχόταν σήμερα ο Καμμένος, κι έπρεπε να ξεστήσουν πριν πάνε και τους μαζέψουν. Κατεβαίναμε τον δρόμο του σπιτιού να βγούμε στον κεντρικό. Λίγο πριν τη στροφή, μ’ έπιασε απ’ το μπράτσο.

«Μαλάκα, αυτός είναι» είπε χαμηλόφωνα, «αυτός εκεί», και μου έδειξε με το δάχτυλο έναν γεροδεμένο τυπά που στεκόταν κοντά στη διασταύρωση.

«Τι, ο ανώμαλος που μου ‘λεγες χθες;»

«Ναι, ναι. Αυτός είναι, στάνταρ».

Έκοψα ταχύτητα. Σταμάτησα. Ο τύπος σήκωσε το κεφάλι και μας είδε. Αμέσως έκανε δυο βήματα, πήγε σε κάτι παρκαρισμένες μηχανές, ανέβηκε σε μια Καβασάκι Νίντζα, λαχανί, κι έφυγε προς τ’ αριστερά. Δυτικά, προς Αρμενιστή. Τι σκατά;

«Είσαι σίγουρη;»

«Εκατό τοις εκατό, όμως».

«Θυμάσαι και τη μηχανή;»

«Πού να ξέρω, ρε φίλε; Ναι, μια μεγάλη μηχανή ήταν, ξέρω γω; Νομίζεις ξέρω από μηχανές;»

«Οκέι… Άρα είναι άτομο που την αράζει γενικά στον δρόμο πάνω απ’ τη Μεσακτή, και ψάχνεται εκεί γύρω».

«Όχι. Είναι άτομο που κόλλησε με μένα, έφυγε, και ξαναγύρισε εκεί που με είδε τελευταία φορά. Και τώρα ξέρει και τον δρόμο για το σπίτι σου».

Κάτσαμε λίγο έτσι χωρίς να μιλάει κανείς. Φαγαμε άλλες δύο Μέντος.

«Ναι, ντάξει, στ’ αρχίδια μου» είπα. «Πάμε».

 

Ζέστη και άπνοια, και δεν είχα πιει καφέ. Τι έλεγαν ότι θα φύσαγε; Όχι, “από το βράδυ” είχαν πει. Φτάσαμε μετά από δέκα λεπτά. Μια συστάδα πεύκα, και στο βάθος ένα μεγάλο εξοχικό. Κάγκελα γύρω γύρω, ελληνική σημαία έξι τετραγωνικά, κι ένα σβηστό γαλάζιο νέον πάνω απ’ την είσοδο που έγραφε Villa Eternity.

Ήταν δύο αντίσκηνα. Με αιώρα και κρεμασμένα ρούχα και κατσαρόλες. Και δυο μαλλιάδες απέξω αραχτούς. Είχαν μόλις ξυπνήσει, την πίνανε και λέγαν αστεία. Βαριόμουν τρελά. Ήθελα μόνο να πάω πίσω να την ξαναπέσω.

«Όχι, φέτος λέει όλες οι καλές Γαλλίδες ήρθαν Ελλάδα» είπε ο ένας. «Και στο Μαρόκο πήγαν μόνο οι βήτα. Και ξέρεις πού…»

«Μαλάκες, τι κάνετε; Πρέπει να ξεστήσουμε!» είπε η ντρέντλοκ. Την αγνόησαν τελείως.

«Και ξέρεις πού πήγαν. Σε ποια πόλη».

«Σε ποια;» ρώτησε ο άλλος γελώντας ήδη.

«Στη Μπαζαμπλάνκα! Αχαχαχαχαχαχα!»

«Αχαχαχαχαχαχα!»

«Ρε, ξεκολλάτε, πρέπει να την κάνουμε».

«Πού να την κάνουμε;» ρώτησε ο άλλος, και μου έκανε νεύμα χαιρετισμού. «Δεν θα μας γνωρίσεις τον φίλο από δω; Και γαμώ τ’ αμαξάκια, αδελφέ».

«Να ‘σαι καλά» είπα.

«Κι ωραίο χρώμα σου ‘χει βγάλει».

«Ναι. Κάποτε ήταν κόκκινο».

«Δεν έρχεται ο Καμμένος σήμερα, είπαμε, και τον πούλο;» ρώτησε η ντρέντλοκ.

«Σιγά που έρχεται σήμερα. Το Σάββατο έρχεται» είπε ο ένας. Ο άλλος ξανάρχισε να γελάει.

«Και τι είναι σήμερα; Δεν είναι σήμερα;»

«Ξέρω ‘γω; Τετάρτη, Πέμπτη;»

Έβγαλα τα γυαλιά μου, έτριψα τα μάτια μου και τα ξαναφόρεσα.

«Παίδες, σόρι, πρέπει να την κάνω» είπα.

«Οκέι, ρε φίλε. Έγινε. Άμα πρέπει, πρέπει. Καλό δρόμο».

«Πέμπτη είναι. Όχι… Τετάρτη».

Πήγα πίσω στο Ίμπιζα. Η ντρέντλοκ με ακολούθησε.

«Με συγχωρείς που σε έτρεξα, ρε Μιχάλη Κρόκο» είπε. «Αλήθεια, δεν φταίω. Μπερδεύτηκα. Είχα υπολογίσει τις μέρες της σεληνιακής εβδομάδας, κι ήταν και το κλείσιμο στον μικρό κύκλο του…»

«Δεν πειράζει. Καλύτερα. Θα είχες καεί με το μαγιό μες στον ήλιο».

«Όχι» είπε, και με φίλησε. «Θα ‘χα κάτσει σπίτι σου και θα πίναμε τσάι».

«Την επόμενη φορά. Να προσέχεις τους περβ» είπα, μπήκα μέσα, έβαλα μπρος κι έφυγα.

Δεν πήγα σπίτι. Πήγα στη Μεσακτή. Στο Lagoon. Πήρα έναν διπλό καφέ, ένα τοστ τυρί-μπέικον-μαγιονέζα, κι έκατσα στην άκρη της μπάρας. Ήταν μιάμιση. Η παραλία ήταν γεμάτη. Οι σερφάδες κάρφωναν τον ορίζοντα. Ο άνεμος σηκωνόταν σιγά σιγά.

Απόσπασμα 4 (Κεφάλαιο 17)

«Φλαμίνγκο» ήταν το όνομα του μπαρ. Όλο ξύλο, χαμηλή εξέδρα με καλαμωτή μπροστά, και δυο σειρές καρέκλες σκηνοθέτη. Δεν είχε ανοίξει ακόμα. Κάτι πράγματα ήταν σ’ ένα τραπέζι. Ένα σακίδιο, μια πετσέτα απλωμένη στην καρέκλα, μπουκαλάκι νερό, και κράνος. Το κράνος του μαλάκα που με προσπέρασε. Αλλά δεν ήταν κανείς εκεί. Κι ούτε στην παραλία. Έτσι κι αλλιώς, δεν γινόταν να κολυμπήσεις. Άκουγες το κύμα από απόσταση να παίρνει μέσα πέτρες και να τις ξαναπετάει έξω. Βάραγε με δύναμη την ακτή και τα βράχια δίπλα, σηκώνοντας τρία μέτρα αφρούς και υγρασία. Το μπιτσόμπαρο-φάντασμα όμως, ήταν προστατευμένο. Και ήταν μακριά. Ο θόρυβος έκοβε αρκετά. Στάθηκα λίγο εκεί, και κάθισα σε μια καρέκλα με θέα τον ορίζοντα. Ήμουν μόνος στον κόσμο, μαζί μ’ έναν τύπο με XT που ήταν αόρατος. Ή που είχε αυτοκτονήσει. Ακούμπησα κάτω το σακίδιο, έβαλα τον Πίντσον πάνω στο τραπέζι και άπλωσα τα πόδια μου μπροστά. Και πέρασαν πέντε λεπτά απόλυτης σιωπής. Η Ικαρία κι εγώ.

 

Την είδα να βγαίνει με μια κίνηση. Έτσι απλά. Να πετάγεται μέσα απ’ το κύμα και να στέκεται όρθια στην ακτή, το νερό να αποτραβιέται με δύναμη κι αυτή να παραμένει εκεί, καρφωμένη στο ίδιο σημείο με λυγισμένα γόνατα. Δεν το πίστευα. Ήταν άνθρωπος μέσα. Και ήταν γυναίκα. Έκανε πέντε βήματα προς τη στεριά σκουπίζοντας τα μάτια της, ξαναγύρισε και στάθηκε όρθια, ακίνητη, προς τη θάλασσα. Απέραντη πλάτη, ξανθιά με πολύ κοντό μαλλί, κώλος Tomb Raider… Κάτι μου ‘λεγαν όλα αυτά. Έμεινε λίγο έτσι, έκανε μεταβολή και άρχισε να περπατάει. Ίσια προς το Φλαμίνγκο. Λευκό μπικίνι, μόνο το κάτω. Πήγαινε γρήγορα, με ρυθμό, σκυφτή στην αρχή, κι ύστερα με το που σήκωσε το κεφάλι έκοψε απότομα γιατί είδε ότι δεν ήταν μόνη. Μάλλον θα είδε το Ίμπιζα, γιατί εγώ στη σκιά της καλαμωτής δεν πρέπει να φαινόμουν. Έβαλε το ένα χέρι μπροστά στο στήθος της, και συνέχισε να περπατάει. Στα είκοσι μέτρα, δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία. Ήταν η σέρφερ-θεά της Μεσακτής, η «Μάρα» απ’ το διήγημα. Κοίτα να δεις.

Πλησίασε, έφτασε στο μπαρ, πέρασε από μπροστά μου κάνοντας ένα πολύ χαλαρό νεύμα με το κεφάλι, έκανα το ίδιο, και πήγε στα πράγματά της. Φόρεσε ένα μαύρο αμάνικο από πάνω, φαρδύ, κι έκατσε στην καρέκλα με την πετσέτα. Τίναξε τα μαλλιά της με το χέρι, φόρεσε γυαλιά ηλίου, μικρά στρογγυλά, και αυτά. Δεν ξανάκανε τίποτα για αρκετή ώρα. Κι επειδή ο Μιχάλης Κρόκος είναι μεγάλο άτομο σε τέτοιες καταστάσεις, λίγο αργότερα έστριψα το κεφάλι και της μίλησα σε χαλαρό τέμπο.

«Τι ώρα έρχονται, ξέρεις; Τι ώρα το ανοίγουν».

Σιωπή. Τίποτα. Μόνο το κύμα. Ούτε που κουνήθηκε. Δεν παίζει να μην είχε ακούσει. Ακόμα κι αν ήταν ξένη, που μια χαρά μπορoύσε να είναι ξένη, κάτι θα ‘χε πει. Βέβαια, η ερώτηση ήταν απίστευτα μαλακισμένη. Γιατί δύο φράσεις; Γιατί όχι μία, πιο κοφτή; Και γιατί να ρωτήσεις για το καφεδάκι σου; Γκαρσόνι ήταν η άλλη; Δεν μπορούσες να πεις για τη θάλασσα, ξέρω ‘γω; Να τη ρωτήσεις πώς βρέθηκε εκεί; Αν έχει ξανάρθει;

«Μαλακία είναι» είπε. Απ’ το πουθενά.

Ξαναγύρισα το κεφάλι.

«Τι; Εδώ;»

«Το βιβλίο που διαβάζεις. Εδώ είναι τέλεια».

«Ο Πίντσον;»

«Ούτε από beach community ξέρει, ούτε από ναρκωτικά, ούτε από τρέλα».

Έξυσα λίγο τον σβέρκο μου. «Εντάξει, από ναρκωτικά κάτι ξέρει» είπα.

«Γράφει για πράγματα που δεν ξέρει στ’ αλήθεια. Έχει πείσει τον εαυτό του ότι τα ξέρει, αυτό είναι όλο. Όπως κάνουν συχνά οι μαλάκες οι συγγραφείς».

Ήταν η τέλεια στιγμή για να της πω ότι έγραφα ένα διήγημα με σερφάδες, κι ότι αυτή ήταν μέσα.

«Πάντως δεν λέει για beach community το βιβλ-»

«Λέει. Ο ήρωας μένει South Bay, και καλά. Είναι “χίπης”. Και είναι θύμα. Έρμαιο. Χάλιας. Κομμάτιας. “Παρανοϊκός”» είπε κάνοντας τα εισαγωγικά με τα δάχτυλα. Δεν με κοίταζε καθόλου. Δεν έπαιρνε στιγμή το βλέμμα της απ’ τη θάλασσα.

«Και τι έγινε που είναι παρανοϊκός;» είπα. «Το θέμα είναι ότι καταφέρνει να δείξει την πραγματικότητα αυτής της παράν-»

«Ναι, δεν είναι παρανοϊκός. Είναι ένας τύπος που λέει συνέχεια “είμαι παρανοϊκός”, μέσα σ’ ένα βιβλίο που λέει συνέχεια “είμαι ένα βιβλίο με πολλή παράνοια”. Ναι καλά».

Έγινε πάλι σιωπή. Και μετά από λίγο σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. Στάθηκε δίπλα στο δοκάρι της καλαμωτής, όρθια ανάμεσα σε μένα και τη θάλασσα, στα τριά τέσσερα μέτρα. Με κοίταξε. Δεν έβγαλε τα γυαλιά της. Ούτε κι εγώ.

«Πιστεύεις στο Άπειρο;» είπε. Μαλάκα, πού τις πετύχαινα αυτές τις περιπτώσεις;

«Πριν τις πέντε το απόγευμα, δεν πιστεύω σε πολλά πράγματα».

Έγειρε το κεφάλι της μπροστά.

«Πολύ καλό» είπε. «Και γαμώ… Κοίτα. Δεν μπορεί να είσαι τελείως βήτα. Οδηγάς Σέατ Ίμπιζα του ’90».

«Έτσι».

«Και κατάφερες να το κατεβάσεις και μέχρι εδώ».

«Εύκολα».

«Ωραία. Οπότε για πες τώρα».

«Αν πιστεύω στο Άπειρο;»

«Ναι. Τι είναι το Άπειρο; Τι σημαίνει;»

«Δεν ξέρω. Κάτι πάρα πολύ μεγάλο».

«Όχι. Το Άπειρο είναι άπειρο, δεν είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο».

«Και ποια είναι η διαφορά;» ρώτησα με έναν αναστεναγμό.

Χαμογέλασε με το μισό στόμα. Δεν την έβλεπα πολύ καλά γιατί ήταν κόντρα φως, αλλά ήταν πολύ όμορφη. Είχε κάτι το άγριο, ψηλά ζυγωματικά και μικρή μυτερή μύτη.

«Άπειρο σημαίνει ότι υπάρχουν άπειροι κόσμοι, ακριβώς όπως αυτός, και άπειροι κόσμοι λίγο διαφορετικοί, με τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους, με τις ίδιες θάλασσες, τα ίδια ψάρια, και άλλοι κόσμοι με λίγο διαφορετικά. Άπειρα μέρη όπου συμβαίνει ακριβώς ό,τι και εδώ, μόνο που αντί να σκάσει το κύμα λίγο έτσι σκάει λίγο αλλιώς. Που αντί να γνωριστείς με τον τάδε άνθρωπο τυχαία, γνωρίζεσαι με έναν άλλο, κι όλα αλλάζουν. Σημαίνει ότι κάποιος που πέθανε, δεν πέθανε, αλλά συνεχίζει να ζει, σ’ έναν κόσμο ακριβώς ίδιο με αυτόν, κάπου αλλού, για άπειρες φορές. Και για πάντα».

Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε προς το βουνό. Στην πλαγιά, τον χωματόδρομο. Ένας μακρινός ήχος από μηχανάκι. Κατέβαινε σιγά σιγά ένα σκούτερ φορτωμένο κούτες πίσω και σακούλες στο τιμόνι.

«Έρχεται ο καφές σου» είπε. «Τα λέμε».

Πήγε στα πράγματά της, έβαλε την πετσέτα μέσα στο σακίδιο, το πέρασε στον ώμο, πήρε το κράνος κι έφυγε προς την παραλία. Όσο την έβλεπα να απομακρύνεται, τόσο δυνάμωνε ο ήχος της μηχανής ότι το σκούτερ πλησιάζει. Μετά από πέντε έξι λεπτά, ο μπάρμαν τού Φλαμίνγκο ξεκλείδωνε τα ψυγεία και ανέβαζε τα ρολά, κι η «Μάρα» εξαφανιζόταν στο τέρμα της ακτής, δεξιά, πίσω από κάτι βράχια.

Check Also

Δραστηριότητες παραρτήματος Ικαρίας του Εθνικού Συμβουλίου κατά των Ναρκωτικών

Το Εθνικό Συμβούλιο κατά των ναρκωτικών είναι συσπείρωση ανθρώπων και φορέων που δραστηριοποιείται στη χώρα μας από …