Μαντενούτα – 8 Μάρτη Ημέρα της Γυναίκας

8 ΜΑΡΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

 «…πράμα φριχτό, που κανενού δεν το πα,

να σου το πώ;»  κ’ εκείνη του λέει« σώπα …» (από τον ΛΑΜΠΡΟ του Δ.Σ.)

Πράμα φριχτό και βαρύ το «κατηγορώ», δεν έχει παρηγοριά μήτε και γιατρειά! Με προκαλούν οι προσωπικές ιστορίες των «ξεχωριστών» ανθρώπων, με συγκινούν, με παρασύρουν στην τροχιά τους και πάντοτε αναζητώ ευκαιρίες να τις «υμνήσω» καταθέτοντας στη μνήμη τους στοχασμούς και σκέψεις…

Πώς να χωρέσει, πείτε μου, ένα τέτοιο αφιέρωμα σε τούτο το μικρό χώρο, από γυναίκα σε γυναίκα γραμμένο και κρυφο-ζωγραφισμένο;

Δεν θέλω να πολιτικολογήσω ετούτη τη φορά μα μήτε και να τραγουδήσω την ιδιαιτερότητα με έπαρση φυλετική ή με το κριτήριο της μοναδικότητας…

Δεν θέλω μήτε και την ιδεολογική αντιπαράθεση του θέματος (αυτή κι αν είναι!), την αφήνω στους άλλους τους  «ειδικούς της ταξικής πάλης» να το επιχειρήσουν … (γνωρίζουν καλύτερα)!

Η μοίρα των γυναικών είναι η μοίρα του κόσμου και την μοίρα του κόσμου την ορίζουν οι άντρες. Μέσα όμως στις θύελλες της ιστορίας είναι που γίνονται οι μεγάλες ανατροπές, τότε η δικαιοσύνη προκόβει, ψηλώνει μερικά χιλιοστά που φτάνουν ψηλά – πανύψηλα ως εκεί που τα αστροπελέκια της μπορούν να φωτίσουν έστω και στιγμιαία τα στενοσόκακα της ηθικής των ημερών μας!… και τούτο κατορθώνεται όχι πάντοτε από τις συλλογικότητες μα και από τις δυνατές «ηφαιστειακές», εκρήξεις αν θέλεις μπορείς να τις πεις και εξαιρέσεις! τέτοιες στάθηκαν: όλες οι  «φεγγαροντυμένες» της ποιητικής φαντασίας αλλά και όλες οι «φαρμακωμένες, εξευτελισμένες, αποδιωγμένες, ποταπές γυναίκες» από την ηθικοπλαστική χλεύη του καιρού των…

Σήμερα Ναι! αυτή την μέρα και πάλι, το έχω ξανακάνει, θα υμνήσω και θα τιμήσω,  θα προσκυνήσω και θα υποκλιθώ, θα σκύψω ταπεινά πάνω στη μνήμη εκείνης της «αγράμματης- ποπολάρα», της Μανιάτισσας Αγγελικής Νίκλη, όπου κάποτε την επλάνεσε ο πλούσιος Κόμης Νικόλαος Σολωμός απάνω στο λόφο του «Στράνη» μέσα στα αμπέλια, στις ελιές και στις συκιές…                  (μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη… έστησε ο έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη…), και ακολούθησε το μέγα της  «παράπτωμα»!  όπου εγέννησε τον Διονύσιο, τον Δημήτριο κι έναν  ακόμη γιο σε σχέση παλλακείας με τον βαθύπλουτο «Ταμπακιέρη» εργοδότη της, ο οποίος ένα βράδυ πριν πεθάνει νυμφεύθηκε την υπηρέτριά του και αναγνώρισε τους δύο γιούς του, τον τρίτο δεν πρόλαβε, αφού γεννήθηκε μετά τον θάνατό του… Όμως ο αρχοντικός περίγυρος ποτέ δεν θα συγχωρέσει την ταπεινή καταγωγή της και ποτέ δεν θα αναγνωρίσει την συνύπαρξη ούτε καν την ύπαρξή της σε εκείνα τα περίτεχνα αρχοντόσπιτα, όπου δεν χωρούν επίσημα καμία «Μαντενούτα»*…

Έτσι αυτό που εισπράττει η Αγγέλικα είναι ένα τεράστιο κατηγορητήριο ως Μάνα νόθων, ως ποταπή γυναίκα δεύτερης κατηγορίας, ως παρακατιανής και ζητιάνας της αριστοκρατίας…

Η σχέση του ποιητή με την Μάνα, που τόσο υπεραγαπούσε εξελίσσεται σε τραγωδία.              Σύρθηκαν στα δικαστήρια για χρόνια, έφτασε να μην θέλει να την ξαναδεί, τραυματισμένοι και οι δύο αγιάτρευτα από μια αλλόκοτη συμφορά τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του… κι όταν εκείνος πεθαίνει στην Κέρκυρα το 1857 δυο χρόνια πριν από εκείνη, η Μάνα του δεν θα πάει στην κηδεία του παιδιού της…

Να έφτιαξε άραγε κόλλυβα για την ψυχή του πρωτότοκου γιού της, που τον νανούριζε με τα πρώτα, εκείνα υπέροχα δημοτικά  τραγούδια όταν τον είχε στην αγκαλιά της;  ή να έσυρε κανένα Μανιάτικο μοιρολόι απ’ αυτά που ραγίζουν τα βουνά στο άκουσμά τους και που τα θεριά κρύβονται στις κρυψώνες τους για να μην ακούσουν και φρίξουν με τα παθήματα των ανθρώπων…; Σε κάποιο γράμμα όταν σκέπτεται τον γιο της γράφει:  «Η καρδιά μου χτυπάει ωσάν τον καβελάρη», φτάνει ως εμάς ο ήχος των πετάλων πάνω στο καλντερίμι από το άλογο του «καβελάρη»! τέτοια η ταραχή της καρδιάς ανεβαίνει και συνταράσσει τα σπλάχνα που δεν ησυχάζουν όπως κι η θάλασσα… ποτές!

Αλλά η Μανιάτισσα αυτή, γριά πια, χορτασμένη από το μίσος, την χλεύη, την πίκρα και την υποτίμηση δεν την  ενδιαφέρει πλέον κανένα κήρυγμα, καμία «άφεση αμαρτιών», αφού ποτέ της δεν αμάρτησε σε τίποτα… την βλέπω ακόμα να τριγυρίζει αλαφροΐσκιωτη, παρείσακτη και ξένη όπως υπήρξε πάντοτε -ξένη- ανάμεσα στο Ζακυνθινό αρχοντολόι, δεν καταριέται κανέναν για την συμφορά της γιατί αυτή είναι η τιμή της κοινωνίας, στέκει πάνω και πολύ πέρα από τις ψευτο/ηθικοπλασίες κάθε εποχής, είναι η τιμή όλων μας… γιατί αυτή ήταν και παραμένει στους αιώνες ο πυρήνας του ποιητικού στοχασμού του ποιητή, ήταν και παραμένει στους αιώνες η Μάνα του Μέγιστου ποιητή του έθνους μας κι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ…

Την βλέπω ακόμα σκεπασμένη με τη μαύρη μαντίλα σκληρή ως Μανιάτισσα,  με κοφτερή και γλυκιά ματιά ως Μάνα και με ρυτιδωμένο πρόσωπο να μας φωνάζει:

<< όλοι εσείς που με κατηγοράτε, δεν εκάματε ποτέ λάθη εσείς; Κι εσείς ωρέ  ποιόν εγεννήσατε; Εγώ σας εγέννησα ένα ΣΟΛΩΜΟ, δε σας φτάνει αυτό>>;;;   θα μπορούσε όπως λέει ο Αλ. Ασωνίτης και να σιωπήσει, σιωπηλή και περήφανη να περνά αθόρυβα από μπροστά μας διδάσκοντας ήθος και ευπρέπεια… εγώ όμως θάθελα να μας φωνάζει με όλη της τη δύναμη πάλι και πάλι:

<<… εσείς ωρέ που με δικάσατε, με καταδικάσατε και με «σταυρώσατε» πείτε μου, ποιόν εγεννήσατε; εγώ σας εγέννησα ένα ΣΟΛΩΜΟ!!! νάχετε να πορεύεστε  στους μελλούμενους καιρούς…>>

και αυτό είναι πολύ για μας…

Χαρούλα Κ.Κοτσάνη

Μάρτιος 2020

*Μαντενούτα: παλλακίδα, στα Επτάνησα, (περίοδος Ενετοκρατίας), οι πλούσιοι άρχοντες εκτός από τις νόμιμες συζύγους, μπορούσαν να έχουν και μία ή περισσότερες ερωμένες, τις μαντενούτες με τις οποίες έκαναν και παιδιά. [από το βιβλίο της Ελένης Κεκροπούλου: «Αγγέλικα η μαντενούτα»]

Check Also

Η απαξίωση των ελληνικών νησιών

Θοδωρής Τσιμπίδης* | Φωτογραφίες: Αρχιπέλαγος Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας Η ιστορία μιας καταστροφής – Από την …