17 C
Ikaria
Σάββατο, 21 Μαΐου, 2022

Ιστορίες της Ικαρίας: Το φιλί… και το “φυλάκι”!

Έχω ιστορίες να σας πω ένα σακί γιομάτο,                                                                       μα τρύπησέ μου το σακί κι ηπέσαν ούλες κάτω…                                                     βάλτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε!

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ! 


    το  φ ι λ ίκαι  το  “φ υ λ ά κ ι” !

      Αύγουστος θάτανε θαρρώ κι αν δεν μου το ΄παν καθαρά έτσι εγώ το φαντάζομαι και μάλιστα καταμεσήμερο την ώρα που τα τζιτζίκια πάνω στις μυγδαλιές εκεί στην «Μπουκαλέ» στον Κάμπο, κάτω απ΄ τα Παλάτια με τις αυτοκρατορικές αψίδες, να βρίσκονται στο αποκορύφωμα του κεφιού τους, ποτέ μου δεν κατάλαβα αν αυτό το ξέφρενο γλέντι που στήνουν κάθε καλοκαίρι πρόκειται για ερωτικό παιχνίδι ή απόδειξη τεμπελιάς ή ακόμα και για τέλεια περιφρόνηση στην έννοια της αποταμίευσης όπως μας το παρουσίαζαν στο σχολειό κι αυτή η σύγκρισή τους με τα ταπεινά έως παρεξηγήσεως μυρμήγκια πάντοτε με θύμωνε…    

    Πόσο μπερδεύονται αλήθεια τόσα χρώματα, με τους ήχους του καλοκαιριού, με τις ασβεστωμένες πεζούλες της αυλής, με τον βασιλικό στο «πήλιαστρο», με τα πρόσωπα των ανθρώπων! όλα ένα μέσα στη μνήμη, μα όλα τακτοποιημένα στην θέση τους σαν σε συμφωνική ορχήστρα σε αίθουσα της Βιέννης! Κι ο Μαέστρος, η Θύμηση, όρθια στο ύψωμα με την μπαγκέτα στο χέρι να διευθύνει με πάθος όπως ο Δημήτρης Μητρόπουλος την μουσική αυτή πανδαισία… ω! τι θεία αρμονία!!!

       Οι μυγδαλιές με τα πρασινωπά ακόμα μύγδαλα περιμένουν με τρόμο το οικογενειακό μας ετήσιο «γιουρούσι» όπου σε λίγες μέρες αλύπητα θα τις τινάζει ο Πατέρας με την μακριά «σπάκα» του για να τους πάρουμε τα γεννήματά τους όλοι μαζί κι εμείς τα μικρά παίζοντας κι αρπάζοντας το ένα από το άλλο τα «μαζεμένα» για να αποδείξουμε με περηφάνια την εργατικότητά μας!… από τότε, ως φαίνεται, η «πονηριά» της εργατικής μας συνείδησης φώλιασε στο ασυνείδητο μέρος της ψυχούλας μας κι έκτοτε διεκδικεί το δίκιο της γιατί η φαγούρα που μας έπιανε μετά όταν τα καθαρίζαμε αυτά τα «αναθεματισμένα» αμύγδαλα όλη η χαρά εκείνου του «πανηγυριού» μετατρεπόταν σε πραγματικό μαρτύριο έτσι ίσως έπαιρναν εκδίκηση οι καημένες μυγδαλιές για την επίθεση που δεχόταν από εμάς!  σαν δίκιο να είχαν εδώ που τα λέμε! ω! όλα εν σοφία εποίησε ο Ποιητής όποιος κι αν ήταν! 

     Κι εδώ κάτω απ’ αυτά τα δέντρα, καταγής, πάνω στο χώμα, χωρίς στρωσίδια και μαξιλάρια κοιμόταν για μερικές νύχτες ώσπου να τελειώσει την συγκομιδή και η Γιαγιά μου που κατέβαινε από το Μάραθο το χωριό της στο κτήμα της προίκας της… ακούς εκεί πάνω στη Γη, κατάχαμα!  Όποτε άκουγα αυτή την ιστορία το μυαλό μου πήγαινε σ΄ εκείνον τον Καριώτη Παπά που φιλοξενήθηκε κάποτε από συναδέρφους του στην γειτονική Σάμο κι όταν ήρθε η ώρα να κοιμηθούν ετούτος με πείσμα αρνιόταν το κρεβάτι που του έστρωναν και βγήκε έξω να κοιμηθεί, (να «λουπάσει» τους είπε) πάνω στο χώμα όπως ήταν …  το «συνήθειο» του τόπου του… ακαταλαβίστικα πράματα σαν δεν μπορείς να νοιώσεις τους ανθρώπους!!! 

     Μια φωνή ακούστηκε, παραδίπλα μες στην αυλή που έκοψε στα δυο το μεσημεριανό πηχτό φως του ήλιου «Ώρα καλή σας νοικοκυραίοι»! Ένας νεαρός, λεπτός, αμούστακος, έφηβος σχεδόν με μεγάλα σκούρα μάτια στάθηκε ντροπαλά μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα, περιμένοντας απόκριση και χωρίς να βλέπει κανέναν άκουσε μόνο μια γυναικεία φωνή να τον προσκαλεί… «καλώς τον, κόπιασε μέσα να σε φιλέψουμε» κι αμέσως μετά: «Ποιος είσαι του λόου σου; από πούθε μας  έρχεσαι, και για πού τόβαλες»;

Κι αυτός εκεί ακίνητος, σκεπτόμενος τον τρόπο να απαντήσει στις ερωτήσεις που συνέχιζαν να πέφτουν βροχή από την κυρά του σπιτιού… Εκείνη την ώρα ήταν μόνη της, συνηθισμένη όμως στους μουσαφιραίους βγήκε έξω να τον δει καλύτερα και κάθισαν στην πεζούλα δίπλα στην πόρτα για τις απαραίτητες συστάσεις… 

    Ξένος ήταν, απ΄ αυτούς που γέμισε ο τόπος τον τελευταίο καιρό, απ΄ αυτούς που τους ξεφόρτωσαν με ένα καράβι τις προάλλες στον Εύδηλο, απ΄ αυτούς που ονειρεύτηκαν να «αλλάξουν», λέει, τον κόσμο! 

    Ώστε ξένος λοιπόν, ένας εξόριστος που επέστρεφε την ώρα του μεσημεριού νηστικός και διψασμένος με προορισμό το ορεινό χωριό του νησιού που έμενε με τους συντρόφους του, δύο ως τρεις ώρες δρόμο με τα πόδια και ανήφορο ζόρικο ωσότου φτάσει.

      Ήταν κι αυτό στα μέτρα τιμωρίας αφού καθημερινά έπρεπε να δίνουν το παρών στο τμήμα της τότε χωροφυλακής Ευδήλου Ικαρίας. Μόνο όταν έχεις ανέβει με τα πόδια το ανήφορο του «Χραμπακιού» καταμεσήμερο Αυγούστου, να σχίζει ο ήλιος την πέτρα, να διψάς και να σου κόβονται τα γόνατα από την κούραση, να λαχανιάζεις και εσύ να ανεβαίνεις όλο να ανεβαίνεις αναζητώντας για λίγο τον ίσκιο της φιλόξενης κουντουριδιάς… τότε μπορείς και να καταλάβεις τι σου λέω, αλλά κι από τα «Ζούδια» να κάνεις το ίδιο είναι… 

      Τι ζήταγε όμως ο «Ξένος» απ΄ την Κυρά κι Αφέντρα του σπιτιού; λίγο νερό να πιεί κι ένα σακί αν είχε να του δανείσει για να βάλει τα λίγα πράγματα που κρατούσε ώστε να ανεβεί πιο εύκολα το μονοπάτι … Η μικρή του εμπειρία απ΄ αυτούς τους φιλόξενους νησιώτες του έδωσε το θάρρος να τα ζητήσει και τα δύο και νερό και σακί.

    Κι εκείνη αμέσως σηκώθηκε, ανασηκώνοντας λίγο με τα χέρια την μακριά, φαρδιά φουστακιά της (σα να την βλέπω) και τρέχοντας πήρε πρώτα τη στάμνα απ΄ την σταμνοθήκη κι ένα ποτήρι που τόχε εκεδά δίπλα, για τέτοιες περιστάσεις … τριγυρίζοντας κατόπιν στην αυλή ψάχνοντας προφανώς  για σακί γυρίζει απότομα χαμογελώντας και του λέει:                                                                                                                                 « Άκου… μήτε σακί, μήτε τσουβάλι βρίσκω, να σου δώσω ένα φυλάκι»;

         Στο άκουσμα της τελευταίας λέξης το παλληκάρι τα χάνει, μένει άφωνο, ντάλα μεσημέρι ένα βουητό στ’ αυτιά, το πέρασμα μιας «φαϊδόνας»* μπροστά από τα μάτια του τον ξεσηκώνει κι αυτό, ένα τραγούδι απ’ τα φύλλα της γέρικης συκαμινιάς (μέχρι σήμερα είναι σίγουρος πως το άκουσε) να πέφτει μ΄ έναν αναστεναγμό, αχ! «…για της αγάπης τον καημό είσαι μικρός ακόμα»…     

     Ξεροκαταπίνοντας ψιθυρίζει με κομμένη ανάσα, «μα… εγώ ένα σακί ζήτησα… όχι φιλάκι»!             το άκουσε, δεν το άκουσε η κυρά; Την καρδιά του μάλλον θα την άκουγε, γιατί εδώ καταμεσής της ασβεστωμένης αυλής σε τούτο τον απειροελάχιστο χρόνο και τόπο όλο το σύμπαν συμπυκνώθηκε  στην αρχέγονη πηγή της δημιουργίας του! Ο νεαρός που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο βρέθηκε ξάφνου στο κέντρο του περιμένοντας άπραγος με λαχτάρα την επόμενη κίνηση όπου βλέπει να έρχεται πάλι η κυρά κρατώντας τώρα ένα μαλλιαρό, από δέρμα ζώου, σακίδιο: 

      «Να! πάρε το φυλάκι, σου ΄βαλα λίγο ψωμί κι ελιές μέσα κι άμα ξαναπεράσεις φέρτο μου κι μ΄ ό,τι βρεθεί να στο ξαναγεμίσω»…

Έτσι σιγά – σιγά βουβά κι αθόρυβα όλα ήρθαν και πάλι στα ίσια τους όπως πριν, ισορροπώντας                                                               στα μέτρα και στην τάξη των ανθρώπων! του έδειξε πως να το κρεμάσει στην πλάτη                                                                                         κι αφού την ευχαρίστησε συνέχισε με ένα «μαλλιαρό φυλάκι» την ανηφορική του πορεία για να … αλλάξει τον κόσμο!

Σας φιλώ                                                                                                                                                                  Χαρούλα Κ. Κοτσάνη

*φαϊδόνα: η μικρή κίτρινη σφήκα

Υ.Γ./  η φωτο από την φίλη Δέσποινα Σιμάκη

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

14,614ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,270ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ