14 C
Ikaria
Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου, 2021

η κλωστή του έρωτα…

 

«Άος Βασίλης έρχεται απ’τον κάβο Πάπα, σηκώνει και στημ πλάτην του μιαμ μαλλιαρήν φυλάκαν»!

Στην Καραντίνα που βρεθήκαμε, πώς να ταξιδέψει και πώς νάρθει να μας βρεί; κι αν είναι Άγιος; κανείς δεν εξαιρείται!

Τι είναι νομίζεις ο άνθρωπος; ένα «φυλάκι»* μνήμες! Το παρόν με το που γεννιέται σε δευτερόλεπτο χώνεται κι αυτό στο φυλάκι, όσο για το αύριο απ΄ την μια στιγμή στην άλλη ανύπαρκτο! Κι όμως, περιέργως πως, μόνο στο αύριο ελπίζουμε! Το νου σας μόνο μην τρυπήσει το φυλάκι…

Ο Πατέρας καθισμένος στην καλοστρωμένη με την κουρελού πεζούλα κι εσύ να κάθεσαι δίπλα του με τις ώρες στο λιόγερμα και να ακούς, να ακούς και να μην χορταίνεις! Να θωρείς ότι θωρεί εκείνος, να ακούς ό,τι ακούει, να νοιώθεις ό,τι νοιώθει και σαν πάει να κυλίσει ένα δάκρυ από το μάτι του να θολώνει και το δικό σου…

Το «Φείδος» είναι ένας μικρός παλαιός οικισμός που βρίσκεται ΒΔ της Ικαρίας περίπου 3 χλμ. ανεβαίνοντας στην ενδοχώρα από το παραλιακό Αυλάκι. Πρόκειται για ένα χωριό έρημο σήμερα όπου κάποτε το κατοικούσαν πολυμελείς οικογένειες πάντοτε ολίγες σε αριθμό. Εδώ έχουν τις ρίζες τους οι «Καλογεράδες», οι «Βλαχάτοι» παλιότερα οι «Ατσιδαφτάτοι» και μερικοί ακόμα. Έχει από παλιά και μία μικρή εκκλησιά χτισμένη στο ύψωμα πάνω στο λόφο με τα πεύκα, δεν μνημονεύεται ποτέ εδώ σχολείο μήτε και καφενές.

Οι άντρες καφενέδιζαν στην Πηγή ή στον Σταύλο κοντινά με αυτούς χωριά και τα παιδιά πήγαιναν σχολείο στο μονοθέσιο του Σταύλου. Παράξενες ήταν κι οι ιστορίες που έλεγαν τα χειμωνιάτικα βράδια σαν περπατούσαν για να συναντηθούν !!! … με μεγάλη σοβαροφάνεια περιέγραφαν τις διαπραγματεύσεις που έκαναν με τις καλομοίρες και τις νεράιδες για να περάσουν τον ποταμό του Σταύλου ή άλλοτε πάλι όταν άκουγαν τους «καλιτσαντέρους» που πριόνιζαν, όπως έλεγαν με την ίδια πάλι σοβαρότητα, τους πεύκους περνώντας απ΄ την «Πλακωτή» κι έτρεχαν να προφυλάξουν το βιος τους για να το προστατεύσουν από τις αρπακτικές διαθέσεις αυτών των ξωτικών…

Α! εκεί έλεγαν οι παλιότεροι, πως οι σκόρφηδες (σκορπιοί) του Φείδους, αν και αρκετοί στην περιοχή δεν σε πονούσαν αν είχες την ατυχία να σε τσιμπήσει κανείς από δαύτους… τον λόγο τον απέδιδαν στον μοναδικό Άγιο που τους προστάτευε, τον Άγιο Παντελέμονα που κάθε 27 Ιουλίου τον πανηγύριζαν και τον πανηγυρίζουν μέχρι σήμερα… οι πανηγυρίσιες αυτές συνήθειες δεν ξεχνιούνται ποτέ ίσως να ξεφτίζουν μόνο με τον χρόνο!

Θυμάμαι την γιαγιά που πήγαινε πάντοτε ξυπόλητη εκείνη την ημέρα της γιορτής του «Αγίου», το είχε όπως έλεγε, τάμα. Aπ΄ την Πηγή ακολουθώντας ένα υπέροχο μονοπάτι, μέσα στο ρουμάνι, ανεβαίναμε τον καταρράχτη της “Κουφής”, Ιούλιο μήνα μόνο βράχια, καθόλου νερό και πιάναμε το ίσωμα μέσα από τις ακισσαρές, τα ρείκια και τους άργιους όπου συναντιόμαστε με τους Μαραθιώτες που κατέβαιναν κι εκείνοι για το ίδιο προσκύνημα, κάνοντας απαραιτήτως και μία μικρή στάση να αλλάξουμε οι υπόλοιποι παπούτσια μπροστά στο σπίτι του μπάρμπα – Ξένου.

Ένα προσκύνημα ήταν και τούτο γιατί εδώ ακριβώς μας έλεγαν τις ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν και που το πέρασμά τους κρατάνε πεισματικά μέχρι την «τηλεκατευθυνόμενη» σημερινή εποχή μας: η συκιά της αυλής πάνω απ ΄το πέταλο (πατητήρι), οι αμυγδαλιές, οι ελιές του περιβολιού, οι ίσκιοι των πεύκων! Το θρόισμα των φύλλων φέρνει ακόμη ένα μακρόσυρτο αμανέ από αυτούς που τραγουδούσαν οι άνθρωποι τότε όταν μαζεύονταν και γλεντούσαν και χόρευαν και ερωτεύονταν…

Για μας τα μικρά που ακολουθούσαμε κάθε χρόνο την θρησκευτική αυτή πορεία, μας φαινόταν πολύ βασανιστική, κατακαλόκαιρο μες στη ζέστη! τώρα όμως όποτε την κάνουμε μας φαίνεται μαγευτική μα προπάντων νοσταλγική…

Ο μπάρμπα – Ξένος έρχεται σαν αέρινη οπτασία στο νου, ψηλός στο ανάστημα μα σκυμμένος πια βαδίζοντας αργόσυρτα με την μαγκούρα του για να μας συναντήσει στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι! και σαν έμπαινε στον καφενέ του παππού πρώτα απ΄ όλα διέταζε με λεβέντικη ακόμη φωνή:

«κέρασε μου τα παιδιά, κουμπάρε – Μανώλη, από μία βανίλια για να με θυμούνται»! πόσο δίκιο είχε… Για τούτο, να αγαπάτε και να κερνάτε κι εσείς τα παιδιά όπου τα βρίσκετε… έτσι θα σας θυμούνται!

Τούτος ο αγαπημένος μπάρμπα – Ξένος δεν γεννήθηκε εδώ… έχει μια ιστορία που φέρνει κάτι απ΄ εκείνες του αγαπημένου μας «κοσμοκαλόγερου» Παπαδιαμάντη, την οποία θα σας πω σ΄ ένα μικρό βιβλίο που ετοιμάζω! (θα έχει κι άλλες ιστορίες κι ούλες αληθινές, αμ! Πως)!…

Να ξέρετε πάντως πως όλοι οι «φευγάτοι» από τις εστίες τους, με την πρώτη ευκαιρία ξαναγυρίζουν! γιατί τα χρόνια περνούν κι όλα με τον καιρό γλυκαίνουν και καταλαγιάζουν, τα πάθη ξεθυμαίνουν και η συγχώρεση έρχεται κι αυτή στην ώρα της. Έτσι ο Ξένος γνωρίζει την γενέθλια γη και γίνεται κι επισήμως «Πολίτης» του μικρού Φείδους…

Προκομμένος στη δουλειά χτίζει το σπιτικό του και κάνει την δική του φαμέλια… Στην χορταριασμένη και αγκαλιασμένη με τον χρόνο αυλή αυτού του σπιτιού ξαποσταίναμε πηγαίνοντας για το πανηγύρι, όπως σας είπα… κάθε σπίτι κρατά καλά φυλαγμένα τα μυστικά των νοικοκυραίων του!!! Τι κι αν έχει πέσει η σκεπή, τι κι αν το τζάκι κρατάει ακόμα την «μουτζαλέ» του, τι κι αν τα παραθυρόφυλλα χτυπούν ξεπνεμένα με το παραμικρό αεράκι … όλα φορτωμένα μνήμες έτοιμα να μαρτυρήσουν τα υπέροχα, τα ζηλευτά μα και τα βάσανα και τους καημούς που είχαν και τούτα, τα άψυχα, περάσει μαζί με τους αφεντάδες των!!! Κι όταν τα σπίτια ερημώνονται απομένουν οι ιστορίες των!!!

Όσες φορές και να επισκεφτώ ετούτα τα μέρη είναι σαν ένα προσκύνημα σε τόπους «ιερούς», ένα προσκύνημα στην δική μου «Ιερουσαλήμ»!

Έρχονται και ξανάρχονται αγαπημένες μορφές, άλλες από διηγήσεις κι άλλες όπως εγώ τις γνώρισα, εδώ είναι που ξεχειλίζει το «φυλάκι»: ζωντανεύουν περιστατικά, ακούγονται χαρούμενες φωνές, τραγούδια, αστεία και ερωτικά παιχνίδια όπως αυτό σε ακόμα παλιότερο χρόνο, << Να, κοίτα! στην πέρα πάντα του ποταμού εκείνο το παλιόσπιτο με το Πυργάρι το βλέπεις>>; Σ΄ αυτό λοιπόν δένοντας την κλωστή στο πόδι η κυρά του σπιτιού έπεφτε δίπλα απ΄ τον αφέντη της πάνω στον στρωμένο καμπά του χτιστού κρεβατιού, πάντοτε για τους δικούς της λόγους, απ΄ την έξω μεριά … άλλωστε «τόσα χρόνια μαζί είχαν πια συγγενέψει», έλεγε συχνά χαριτολογώντας κι ο ίδιος… εκείνη όμως ξάγρυπνη περίμενε την στιγμή πότε να τραβηχτεί η άλλη άκρη της κλωστής που την είχε βγάλει ως όξω και την είχε δέσει στην ποργιά του περιβολότοιχου…. και τότε μόνο νυχοπατώντας έβγαινε να Τον συναντήσει … έτσι ήταν το σχέδιο, αυτό ήτο και το σύνθημα… πάντοτε ο έρωτας παραμόνευε ανυπάκουος παντού! κρυφός ή φανερός, νόμιμος ή παράνομος, λογικός ή παράλογος, ταλαίπωρος και Ποιητής έβρισκε τους δρόμους: μα είτε σε ρύμες, είτε σε καμάρες, ή χωμένος στ΄ ανάματα και στις κουμαριές ακόμα και μέσα στα βαθορούμανα να σμίγει τους ανθρώπους, να ομορφαίνει την πλάση!!!

«Δεν παν να λέν ό,τι θένε οι νόμοι κι οι προφήτες»!!!

Κι από τότε οι άνθρωποι εδώ, σε τούτο το νησί, το τυλιγμένο με μύθους και μπόλικη ιστορία συνεχίζουν να χαίρονται και να λυπούνται, να γελάνε, να κλαίνε, να γιορτάζουν, να χορεύουν, συνεχίζουν να παλεύουν και να ονειρεύονται, συνεχίζουν να θυμούνται, να παθιάζονται και να ερωτεύονται, συνεχίζουν να ζουν!… αυτό θα πει «ανθρώπινα»! μόνο που όλα τα “δευτερεύοντα” έχουν αλλάξει «εκ βαθέων» στον καιρό μας…

Εμείς πάντως και φέτι που δεν θάρθει το ίδιο θα τον αγαπάμε γιατί αυτός ο «Άο – Βασίλης» είναι σαν κι μας! του μοιάζουμε και μας μοιάζει! γλεντζές, ζευκαλής, ανοιχτοχέρης, κεραστής, αγαπάει την καλή παρέα, το γλυκό κρασί, τον χορό, το τραγούδι … κάθε Πρωτοχρονιά του στρώνουμε το τραπέζι, τον καλωσορίζουμε όπως ακριβώς του αξίζει με γλέντια και χαρές! Κι αν εφέτος δεν το καταφέρουμε του χρόνου θα είναι διπλό το «χαιρέτιο» ! μόνο καλά νάμαστε!!!

«Φέρτε μας κρασί να πιούμε, και του χρόνου να σας πούμε, μα μεις κρασί δεν πίνουμε, μόνο πως δεν αφήνουμε σταλιά μες στο ποτήρι κι αυτό για το χατίρι

Την πόρτα βρήκαμε ανοιχτή, θαρρώ πως έχει και πηχτή, φινίκια, λουκουμάδες και κρασί με τους κουβάδες»…

Χαρούλα Κ. Κοτσάνη

*φυλάκι: σακίδιο ώμου από δέρμα κατσικιού, εφόδιο των Ικαρίων από αρχαιοτάτων χρόνων

Related Articles

13,735ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ