18.5 C
Ikaria
Δευτέρα, 23 Μαΐου, 2022

Οι Ικαριώτες και η Αδελφότητα τους – Ο Ίκαρης Ο Γλύπτης – Το Νοσοκομείο στον Άγιο

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Γιάννης Μουγιάννης Αφηγείται

Σωστά το λένε πως ήτανε αυτοδημιούργητος, έβαλε όμως το χεράκι της κάπως κι η Αδελφότητα κι άκου πως…
Πήρα ένα τηλεφώνημα από το Κένεντυ, Ο Ίκαρης ο γλύπτης είμαι… κι επειδή είχα δουλειά και δεν μπορούσα εγώ, έστειλα τον Κόχειλα και τον πήρε σπίτι του, με ειδοποίησε να βρεθούμε στη λέσχη μας, πήγα, Ήρθα να κάνω το άγαλμα του Γκλεν, μου λέει, ξέρεις του αστροναύτη που κάνανε ένα διαγωνισμό και πήρε μέρος, γύρευε να του διαθέσουμε τη λέσχη για εργαστήριο και συμφώνησε η Αδελφότητα, ο Ίκαρης ξέρεις ήταν πολύ γνωστός είχε πάρει βραβείο και με τους Ανθρακωρύχους του στου Ρουρ, κι άλλα ακόμα.
Μια βδομάδα μετά που περνούσα απέξω, μπαίνω καπνός παντού, τρόμαξα, πω πω θα καούμε, θα γίνουμε ρεζίλι, εκείνος όμως ήξερε τι κάνει, είχε συρμάτινες κρεμάστρες τις λύγιζε από δω τις έκοβε από κει, έκανε το σκελετό κι έλειωνε το καλάι μέσα στην κουζίνα, ναα ο καπνός ντουμάνι. Ένα πρωί σε δυο τρεις βδομάδες καταφτάνει μια τεράστια λιμουζίνα έξω απ’ τη λέσχη, ο οδηγός του Δημάρχου της Νέας Υόρκης ήτανε, μου τηλεφωνάει την άλλη μέρα ο Κόχειλας, Πάρε τη New York Times μου λέει, τι να δω, το άγαλμα του Ίκαρη πρώτο βραβείο, μια σκέτη ομορφιά βρε παιδί μου, γυάλιζε σαν εγγλέζικη λίρα, μετά έκανε τον Ιπποκράτη για την Κω, τον Πυθαγόρα στη Σάμο, τη Σκέψη που την αφήκαν και καταστρέφεται στο νησί μας, τον Ίκαρο, τον Μαλαχία και τον Σπανό επίσης στην Ικαριά, το Μέγα Αλέξανδρο επί χούντας που καίτοι πήρε πρώτο βραβείο το καταχώνιασαν στα υπόγεια του Υπουργείου, κατάλαβες οι έξυπνοι, κι άλλα πολλά, πού να τα θυμάμαι όλα, με πονάει λιγάκι εδωνά γαμώτο μου…
Λοιπόν που λες στη διαθήκη του έγραψε να βάλουν τη στάχτη του στον Ίκαρο και κει βρίσκεται, τον Τζων Γκλεν τον πήρε η ΝΑΣΑ κι έχει ο Ίκαρης πει τον καλό λόγο γι’ αυτό το έργο του… μάλιστα αυτός ήτανε ο δικός μας γλύπτης ένας από έξη αδέρφια, τρία αρσενικά, τρία κορίτσια, να μη σου πω τι κάνανε αυτά τα παιδιά για την αντίσταση στην κατοχή, ίσως μια άλλη φορά…
Τώρα με το Νοσοκομείο, εκεί μετά τον πόλεμο ήτανε, δυστυχία, πόνος, φτώχια, Ρε παιδιά το νησί έχει πρόβλημα υγείας, είπαμε, ξεχασμένο είναι από την πολιτεία αλλιώτικα δε θα φεύγαμε, δικοί μας άνθρωποι ζούνε εκεί πέρα, πρέπει να κάνουμε κάτι να δώσουμε ελπίδες…
Τι να κάνουμε ρωτάς, να κάνουμε ένα νοσοκομείο, Χρειάζονται λεφτά, πού θα τα βρούμε, εδώ μεροκάματο δουλεύουμε οι περισσότεροι, Ναι, αλλά έχουμε τις δουλειές μας ενώ εκεί δεν έχουν τίποτα, πώς θα τα βγάλουν πέρα που για να νοσηλευτούν αλλού πρέπει να πουλήσουν τα χωράφια τους, εμείς θα τα καταφέρουμε αρκεί να ‘μαστε όλοι μαζί!
Βάλαμε το κεφάλι κάτω με το Βασίλαρο μπροστάρη στην Αδελφότητα και πήραμε αποφάσεις, κάναμε εκδηλώσεις, γιορτές, στα βαφτίσια και στους γάμους που γινότανε μαγειρεύαμε, γλεντάγαμε και κάτι αφήνανε όλοι, οργανώσαμε τραπέζια με εισιτήρια, λαχνούς, πήγαμε σε φτασμένους συμπατριώτες μας και δώσανε όλοι, το χέρι συνέχεια στην τσέπη το ‘χαμε, καταφέραμε και σηκώσαμε τα τσιμέντα, χρειαζόταν εξοπλισμός, μια μέρα που πήγαινα στη δουλειά βλέπω ένα μεγάλο κτήριο νοσοκομείου που τ’ άδειαζαν κι απέξω έγραφε «κατεδάφιση, πωλούνται τα υλικά» μπήκα μέσα τι να δω, κρεβάτια, καρέκλες, κουβέρτες, μηχανήματα, ακριβώς ότι χρειαζόμασταν, πάω στον υπεύθυνο, Τα θες να κάνεις λεφτά, μου λέει, Το και το του εξηγώ, νοσοκομείο στην Ικαριά του κάνω και τρελάθηκε, Ίκαρος, λέει, και μου ξεφουρνίζει όλο ενθουσιασμό την ιστορία του Ίκαρου και του Δαίδαλου, όσο όσο στα δίνω, δώσαμε δυο χιλιάδες τάλιρα και τα πήραμε, πετσέτες, μαξιλάρια, κρεβάτια, συσκευές, ότι χρειαζόμασταν, τα βάλαμε σ’ ένα κοντέϊνερ… ο Βασίλαρος Πρόεδρος και πατριώτης καλός, έτσι κάναμε το νοσοκομείο του νησιού και μετά έπρεπε να στέλνουμε μηνιάτικο να συντηρείται, τώρα να πας εκεί μελαγχολείς… και δε σταματήσαμε σ’ αυτό μόνο…
Ήρθε ο Αυτός με τον πατέρα του, δηλαδή τον φέραμε εμείς να γιατρευτεί απ’ την καρδιά του που ‘χε πρόβλημα σοβαρό, τον είδαν οι γιατροί στο Debora Hospital που τον δέχονταν δωρεάν, σάστισαν, Να δυναμώσει, είπαν, ελάτε πάλι σε τρεις μήνες, τον βοηθήσαμε στην Αδελφότητα και δυνάμωσε, ξεκίνησε η εγχείρηση όπου δώσαμε δεκατέσσερις μπουκάλες αίμα, οι γιατροί δεν τον άφηναν να φύγει, τον πήρε η Θοδώρα η ξαδέλφη σου και τον φιλοξένησε δώδεκα μήνες μέχρι να μπορέσει να φύγει. Σαν γύρισε στην Ελλάδα, μεγάλωσε καλά, πήγε στρατό, παντρεύτηκε και μια μέρα βλέπω κάποιον με μαύρα γυαλιά, Ποιος είσαι, του κάνω, Ο Μιχάλης ο Αυτός μου λέει, Ξέρεις παιδί μου τι έχει κάνει για σένα η Ικαριακή Αδελφότητα, του λέω, το ξέρεις;
Ύστερα ήρθε ένας που μαδούσε το δέρμα του, τρέξαμε φροντίσαμε, έγινε καλά, μετά ο Τέτοιος που δε μπορούσε να καταπιεί κι έτσι προχωράγαμε μ’ αγώνα αλλά κι ευχαριστιόμασταν σε κάθε επιτυχία, κόστιζε όμως πολλά, δυσκολευόμασταν, ιδρύσαμε λοιπόν ένα Foundation, ξέρεις τι είν’ αυτά, δεν πληρώνεις φόρους αφού είναι για το καλό, έτσι ύστερα μπορούσαμε να εξυπηρετούμε περισσότερους, δίναμε και υποτροφίες, αυτή η δραστηριότητα κρατιέται καλά, ένα σωρό παιδιά σπουδάσανε, ξεκινήσαμε με δέκα χιλιάδες τάλιρα, σήμερα ξέρεις πόσα έχει το Ίδρυμα, κάπου ενάμιση εκατομμύριο έχει. Τώρα δα σπουδάζει δέκα φοιτητές από δω κι από τις οικογένειες των μεταναστών, να δεις μάλιστα που αφήνουν άλλος λίγα άλλος πολλά για Scholarships, βγάζουμε και περιοδικό της Πανικαριακής Αδελφότητας με είκοσι οχτώ παραρτήματα παρακαλώ, νάτο, μόνο μωρέ παιδί μου που είναι Τρίτη Τέταρτη γενιά πια και με τη γλώσσα, να, δυσκολεύονται λιγάκι αλλά γίνεται καλή δουλειά, πολύ καλή θα’ λεγα…
Τότες που λες για να δούμε ο ένας τον άλλον πηγαίναμε ώρες δρόμο ανάλογα πού καθότανε ο καθένας, Να κάνουμε βρε παιδιά μια λέσχη, αποφάσισε το Συμβούλιο και αγοράσαμε ένα ερείπιο με είκοσι οχτώ χιλιάδες δολάρια, πέσαμε πάνω όλοι το φτιάξαμε κούκλα να χαίρεσαι, εκεί βρισκόμασταν, μελίσσι ήτανε, εκεί κάθισε κι ο Ίκαρης και το ‘κανε  εργαστήριο, που σου ’πα, σήμερα ξέρεις πόσο κάνει εκείνο το κτήριο, ενάμιση εκατομμύριο κάνει μου φαίνεται, δουλεύαμε όλοι, τρέχαμε βοηθάγαμε, αγαπούμε την Αδελφότητα, έτσι μείναμε και ενωμένοι μέχρι σήμερα, πενήντα έξη χρόνια μέλος, έτσι σου λέω κι άκου και το τελευταίο…
Όταν πέθανε η Λεμονιά μου ήμουνα ράκος, να μιλήσω δεν ήθελα, με πήρε η Άιρην να πάμε στη λέσχη, δεν είχα όρεξη, επέμεινε, υποχώρησα, μπαίνουμε μέσα, σκοτάδι, ανάψανε τα φώτα, κόσμος πολύς, μου δώσανε αυτό το βραβείο που βλέπεις εκεί δίπλα στις φωτογραφίες… δεν ξέρεις πόσο συγκινήθηκα…
Δε θέλω να μιλάω για τον εαυτό μου, δε θέλω να λένε ο Γιάννης ο Μούγιαννης ο καυχησιάρης, με πίεσες να σου πω, σου είπα λοιπόν για την Αδελφότητα, τέτοιοι είμαστε οι Καριώτες, τι δουλειά έκανα, ρώτησες, ένας απλός μάγειρας ήμουνα και μ’ άρεσε, δούλεψα τριάντα τέσσερα χρόνια μέχρι τη σύνταξη κι ακόμα  δέκα τέσσερα ύστερα μέχρι τα ογδόντα τόσα μου χρόνια, ίσα που στεκόμουνα όρθιος, μάλιστα παιδί μου όρθιος πάντα και γω κι οι άλλοι Καριώτες και στη δουλειά και σ’ άλλα ακόμα, και στον πόλεμο και παντού… κι εδώ στον Άγιο στο γηροκομείο που κοντεύει να κλείσει αλλά το κρατάνε εθελοντές, εδώ λοιπόν κάθισα λίγο που λες κι όταν με πρόδωσε ο Μιχάλης ο Βλάχος και μάθανε τη δουλειά μου, γέρο πια με ξεσήκωσαν να μαγειρέψω δυο φορές, θέλανε γλυκοπατάτες και γαλοπούλα γεμιστή με…ούτε θυμάμαι με τι… πόσο είμαι ρωτάς, εε… εκατό τριών είμαι θαρρώ…
Έτσι που λες….

Αντώνης Κακαράς

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

14,614ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,270ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ