Απίθανες ιστορίες ζωής από το μεγαλύτερο «βιολί» της Ικαρίας

Κείμενο Έρρικα Ρούσσου, φωτογραφίες Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Πρώτη φορά μετά το σοβαρό του ατύχημα, ο Λευτέρης Σκάντζακας μιλάει για τον ικαριώτικο, τα πανηγύρια, τις γυναίκες.

Ξύπνα Λευτέρη και άνοιξε και βάλε το βρακί σου
και άνοιξε το πιθάρι σου να πιούμε από το κρασί σου.

Το γλέντι δεν έγινε ποτέ. Τα μάτια όλων είχαν χαλαρώσει σε μια αιώρα που κρεμόταν από τα χείλη του. Ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό. Οι λιχουδιές διαδέχονταν η μια την άλλη. Ο κόκκινος δυνατός ζωμός των σταφυλιών του έρεε άφθονος. Πρέπει να ήπιαμε περισσότερα από 20 λίτρα κρασί εκείνο το βράδυ. «Πιείτε, πιείτε, κάθε χρόνο βγάζω γύρω στα 500 λίτρα. Δεν το πουλάω, το έχω για τους φίλους», έλεγε και ξεκινούσε τις ιστορίες. Από τα πανηγύρια, από τους φίλους του, από τα κορίτσια. Στα κατάστιχα του μυαλού του πρέπει να είναι γραμμένες δεκάδες χιλιάδες ιστορίες.

1567174724454-DSC_4751

Κάποιες νότες ξέφυγαν στην κιθάρα του Αντρέα. Η δυνατή φωνή του γέμισε τα αδειανά ποτήρια πριν προλάβει να γίνει ένα ακόμα refill. Σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού ο οικοδεσπότης του σπιτιού παρατηρούσε με προσοχή τη μελωδία. Και έσφιγγε τα δάχτυλα στα χέρια του. Ο ήχος της επιθυμίας να πιάσει και εκείνος το βιολί ήταν εκκωφαντικός, ακόμη και αν δεν έκανε τον παραμικρό θόρυβο.

Μια μέρα μετά, πάνω που άρχισε να σουρουπώνει ήμασταν για δεύτερη φορά καλεσμένοι του. Αυτή τη φορά ήμασταν μόνο εγώ και ο Κωνσταντίνος. Είχε μόλις ξυπνήσει από τη μεσημεριανή του σιέστα και το πρόσωπό του ήταν ροδαλό. Πρώτα ρώτησε τι θα πιούμε. Μετά τι θα φάμε. Όσο οι καφέδες ψήνονταν, έπεσε στο τραπέζι ένα «Δεν μου άρεσε η κλεισούρα των ναυτικών. Ήθελα να είμαι ελεύθερος». Σαν το όνομά του.

Ο Λευτέρης Σκάντζακας θεωρείται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα βιολιά της χώρας και σίγουρα το μεγαλύτερο της Ικαρίας. Πριν από περίπου δύο χρόνια, είχε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα που του στέρησε το δοξάρι του. Προσωρινά.

1567174749648-DSC_4905

Ένα πεντάγραμμο με χώρες

Έχει ταξιδέψει σε 14 χώρες. «Έμενα έναν χρόνο, πέντε μήνες, τρεις. Το σπίτι μου είναι εδώ, αλλά ταξίδευα. Ήταν η δουλειά έτσι». Στην Αμερική πήγε για να παίξει σε ένα χορό και τελικά έμεινε εκεί τρεις μήνες. «Έπαιζα κάθε μέρα». Στη Νέα Υόρκη είχε και και Έλληνες και Αμερικανούς να τον χειροκροτούν. «Διασκέδαζαν πολύ».

Άραγε έπαιρνε καλά λεφτά σε αυτές τις περιοδείες; Γέλασε μόλις άκουσε την ερώτηση. «Να είναι καλά το Υπουργείο Πολιτισμού», είπε. «Εγώ έπαιρνα 3.000 ας πούμε και εκείνοι πλήρωναν για 18.000 το Υπουργείο». Παρόλα αυτά, με τα λεφτά δεν είχε ποτέ παράπονο. «Ακόμα και σήμερα καλά λεφτά έπαιρνα. Να καταλάβεις φυλάω τα τελευταία μου δολάρια. Τα έχω πατικωμένα στο πορτοφόλι», γελάει και μας ρίχνει μια πονηρή ματιά. Μετά, σβήνει προς τα κάτω: «Τώρα, τι κάνουμε;».

Η ζωή του όλη, ένα «περιστεράκι»

«Τελευταία φορά; Έπαιξα σε έναν κακό γάμο. Η γυναίκα ήταν νέα και το παιδί της την άλλη μέρα από τον γάμο πέθανε από καρκίνο. Μετά από εκεί πήγα στην Ελβετία, γύρισα εδώ και σκοτώθηκα». Βαριανασαίνει. «Για να δούμε τι θα γίνει», μονολογεί.

«Δεν το αποφάσισα εγώ, η ψυχή μου το αποφάσισε», είπε και έκανε να χτυπήσει τα μέσα του, ήταν σαν να μαλώνει την ψυχή του. «Από μικρό παιδάκι. Ήμουν 12 χρονών θυμάμαι και βρέθηκα να παίζω σε ένα μαγαζί που το έλεγαν “Η Πίστα”. Μου άρεσε».

Στράφηκε στον Κωνσταντίνο. «Κώστα πιάσε εκείνο το βιολί, το από ’δώ, το μοναχικό». Μετά με κοίταξε: «Έμαθα βιολί μόνος μου για να γλιτώσω το ξύλο. Η γιαγιά βαρούσε ξύλο πολύ για να μάθω γράμματα. Και είχα πάρει ένα βιολί». Σταματά τη ροή του λόγου του. Μου δείχνει το κολλημένο περιστεράκι.

«Αυτό το κόλλησα όταν ήμουν εννιά χρονών». Δεν προλάβαμε να κάνουμε το αρμόζον επιφώνημα και εκείνος το πήρε στα χέρια σαν μωρό. «Είναι πολύ καλό βιολί αυτό, είναι του 1800. Ο γέρος που το είχε ήταν πολύ καλός άνθρωπος και το είχε φέρει από τη Γαλλία. Τότε για να πάρεις ένα καλό βιολί ήθελες ένα εκατομμύριο – πού να το βρω εγώ; Έτσι έπαιρνα το δικό του και έπαιζα μέχρι τα 14. Θυμάμαι το τύλιγα σε μια κουβέρτα και το έκρυβα στο φούρνο. Κάθε που λείπαν οι δικοί μου, το έπαιρνα». Τώρα το σφίξιμο στα δάχτυλα των χεριών έχει πάρει το ρυθμό των βημάτων όταν ο χορός αγγίζει την κορύφωση.

«Καμιά φορά λένε “παίζει βιολί, μιλάει αλλά πιάνει τις χοντρές νότες”. Οι λεπτές νότες είναι οι δύσκολες. Το περιστεράκι το έβαλα για να με λυπηθούν, να μη μου το πάρουν».

«Μετά από 45 χρόνια πήγα σε ένα σπίτι και ο κύρης του ξεκίνησε να μου λέει την ιστορία του βιολιού αυτού, δίχως να ξέρει ότι ήμουν εγώ που το είχα. Του έδωσα ένα άλλο βιολί και το πήρα πίσω. Ήταν συγχωριανός μου στο Φραντάτο εκείνος που το είχε». Μιλά σαν να το πήρε πίσω έπειτα από 45 λεπτά προδίδοντας με τον πιο γλυκό τρόπο την ιδιόμορφη σχέση τον Ικαριωτών με το χρόνο και συνεχίζει σαν να μην έγινε δα και κάτι φοβερό. «Και ποιος δεν έχει πάρει φωτογραφία αυτό το βιολί» λέει περήφανος και έπειτα σκοτεινιάζει. «Με αυτό ήταν και την τελευταία φορά που έπαιξα».

Το δεδομένο ότι το βιολί που του έμαθε τις νότες ήταν και το τελευταίο που έπαιξε κάποιες από αυτές πέταξε σαν αερικό στο ταβάνι.

1567174896685-DSC_4931

Το ατύχημα

«Όλη μου η ζωή είναι το βιολί. Έχω 3.000 φωτογραφίες, όλες με ένα βιολί στο χέρι».
Μέσα στη μέρα περνάει μια βόλτα τα βιολιά του. Τα αγγίζει, τα κουβεντιάζει αλλά δεν παίζει. «Μπορώ να παίξω αλλά θέλω να είμαι ο Λευτέρης που ήμουν όταν θα το κάνω. Δεν θέλω να πάρω το βιολί στα χέρια για να παίξω μια δοξαριά. Ούτε μια, ούτε δυο. Θέλει χρόνο το ξέρω. Και ο χρόνος καμιά φορά σε κουράζει. Θέλει υπομονή και δουλειά, να κάνεις ασκήσεις». Κάθε λίγο και λιγάκι ρίχνει σφιξιές στα χέρια του. Μια στο δεξί, μια στο αριστερό, μια και στα δυο μαζί. «Ξέρεις ένας άνθρωπος που αρρωστά, το παίρνει απόφαση. Ένας άνθρωπος που δεν έχει πάρει ούτε ασπιρίνη, δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό του». Ξεφύσηξε. «Πήγα να βάλω το άλογο μέσα στο στάβλο, είχα αλλού το νου μου», γελάει πονηρά και ταυτόχρονα όμορφα. «Πάτησα μία πετρούλα. Από τη μια είχα το άλογο από την άλλη την κοπριά, αν είχα πέσει στην κοπριά δεν θα είχα πάθει τίποτα. Έχω πέσει με τη μοτοσικλέτα γιατί με πήρε ο ύπνος στο τιμόνι. Έφυγα ανάμεσα σε δύο πεύκα, μου έριξαν ένα σκοινί 20 μέτρων για να πιαστώ και να με βγάλουν. Δεν έπαθα τίποτα, μόνο το τιμόνι στραπατσαρίστηκε».

Σταμάτησε τη ροή του λόγου του για το κρασί. Με μια φωνή που κατευθυνόταν στην κουζίνα «πρόσταζε» τη γυναίκα του να γεμίσει το μπουκάλι με το κρασί. Ήπιαμε. «Τρεις ώρες περίπου ήμουν κάτω και φώναζα. Ποιος να με ακούσει όμως; Με βάλανε μέσα στο νοσοκομειακό και πιάνει μια βροχή, χαμός κυρίου. Πάω στον Άγιο (σ.σ.: Άγιο Κήρυκο) και όλοι με κοιτούσαν και μου έλεγαν “δεν έχεις τίποτα”. Μου έλεγαν να με κρατήσουν εκεί. Έβλεπαν ότι γυάλιζε το μάτι μου και έλεγαν “δεν πεθαίνει αυτός”. Την άλλη μέρα έστειλε ο Καμμένος με το πολεμικό τον γιατρό, για να έρθουν να με πάρουν».

Ρε μινόρε: Ο Λευτέρης Σκάντζακας έχει παντρέψει τον Πάνο Καμμένο. «Ήξερα τη γυναίκα του», ήταν η πρώτη απάντηση που του βγήκε από το στόμα.

1567174932067-DSC_5068

Ο «Ικαριώλικος»

«Έχω πάρει το βραβείο για τον ικαριώτικο, έχει βραβευτεί ο πρώτος χορός στα Βαλκάνια». Γελάνε και οι μαύρες και οι άσπρες τρίχες στο πιγούνι του. «Είχα πάει στη Θεσσαλονίκη που θα γινόταν ο διαγωνισμός. Ήταν εκεί Γάλλοι, Ιταλοί χαμός. Και εμείς βγήκαμε πρώτοι. Μέχρι τότε κανένας δεν ήξερε τον ικαριώτικο. Όταν σου λέω κανένας, κανένας».

Θυμάται τότε που ήταν στη Νέα Υόρκη σε ένα χορό Πανεπιστημίου και ξεκίνησε να παίζω τον ικαριώτικο. «Με πλησίασε ο διευθυντής και μου είπε “σας είπα να παίξετε τον ικαριώτικο”. Τον κοιτάω καλά καλά και του λέω “ποιον ικαριώτικο θέλετε, τον αμερικάνικο;”. «Όχι» μου λέει, «το ‘η αγάπη μου στην Ικαριά’ ”. Ο Πάριος είχε τότε πάει παντού και τα γνωρίζανε τα τραγούδια του, πού να ξέρουν τον ικαριώτικο. Και γυρνάω και του λέω “αυτός δεν είναι ικαριώτικος, είναι ικαριώλικος”. Έσφιξε πάλι τα δάχτυλα στα χέρια καθώς γελούσε.

«Έχω κάνει δέκα δίσκους από τότε. Αυτοί που μου αρέσουν είναι του πανηγυριού γιατί κάνεις και τα λαθάκια σου και είσαι ελεύθερος».

Και ο ικαριώτικος του Σκάντζακα

«Με τον ικαριώτικο ξεκίνησα την καριέρα μου. Όσο εγωιστικά και αν ακουστεί, ικαριώτικο ίδιο με τον δικό μου δεν μπορείς να βρεις. Γιατί δεν έχω παίξει ποτέ τον ίδιο ικαριώτικο. Σε κάθε πανηγύρι είναι διαφορετικός. Στον ίδιο ρυθμό είναι αλλά έχει άλλες τσαχπινιές».

«Εγώ τον ικαριώτικο τον βρήκα πολύ παλαβό», συνέχισε ο Λευτέρης κορδωμένος. «Οι μουσικοί παλιά δεν ήταν επαγγελματίες, έπαιζαν “νιαου-νιαου” με το δοξάρι. Ήταν ένας ρυθμός ο ικαριώτικος. Ο Τσεπέρκας τον έφτιαξε κάπως. Μετά ήρθα εγώ και πήρα τα κομμάτια όλων, έβαλα και δικά μου -όχι ξενόφερτα καβοντορίτικους μέσα και τέτοια- και έφτιαξα αυτόν που έφτιαξα». Ήπιε μια γουλιά κρασί. «Γιατί ήταν κουραστικό μωρέ “ντουγρού, ντουγρού” να τον ακούς όχι να τον χορεύεις».

Inside Hop: «Ο ικαριώτικος είναι ένας διονυσιακός χορός που ξεσηκώνει όλο τον κόσμο. Παλιά, όσο ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους η Ικαρία χορευόταν σταυρωτά, μετά απελευθερώθηκε και αφήσαμε τα χέρια».

Με ρώτησε από πού είμαι, είπα από τη Σύρο. Βολεύτηκε στην καρέκλα του: «Είχα πάει στη Σύρο και έπαιξα σε τρία μαγαζιά. Φώναζαν “θέλουμε ικαριώτικο” και εγώ απέφευγα να παίξω. Έλεγα κάτσε μόλις ήρθα ρε παιδί μου, να παίξω ικαριώτικο; Και έπαιξα δεκαπέντε φορές ικαριώτικο εκείνη την ημέρα, δεκαέξι».

1567174959158-DSC_4924

Μια νύχτα στο πανηγύρι

«Έχω παίξει σε χιλιάδες πανηγύρια», θα πει με καμάρι. «Ο κόσμος δεν έχει αλλάξει. Ο ρυθμός του πανηγυριού έχει αλλάξει. Παλιά τα πανηγύρια είχαν 200-300 άτομα, τώρα έχουν 5.000 κόσμο». Σαν από αναλαμπή, στράφηκε απότομα προς το μέρος μου: «με έχεις δει να παίζω;» ρώτησε. «Η πιο πρόσφατη φορά ήταν στο Πλατάνι», του απάντησα. Σαν να ησύχασε, έπεσε πίσω προς την καρέκλα και κοίταξε κάπου ανάμεσα σε εμένα και τον Κωνσταντίνο, σαν να άνοιγε την πόρτα σε μια ανάμνηση.

«Το Πλατάνι πιο παλιά ήταν σε μια εκκλησούλα, σε ένα δρόμο στενό. Ήταν δική μου πρωτοβουλία να αλλάξει χώρο. Και είδες; Έπιασε. Τώρα, είναι ένα από τα καλύτερα πανηγύρια εδώ».

1567175190507-DSC_5075

Οι μενεξέδες, τα ζουμπούλια, τα φλερτ

Αυτή η καρδούλα; Τον ρώτησα γρατζουνώντας ελαφρά το βιολί που δεν είχε αφήσει να φύγει από κοντά του. «Εγώ την έχω βάλει. Ήμουν ερωτευμένος τότε με ένα κορίτσι». Τα μάγουλά του έγιναν ροδαλά και όχι από το κρασί.

Είχε έρθει η ώρα να μιλήσουμε για τα περιβόητα φλερτ των πανηγυριών της Ικαρίας. «Φλερτ δεν είχα», είπε γελώντας πονηρά. «Είχες» ακούστηκε μια φωνή από το χολ, εξίσου πονηρή. Ήταν ο Λευτεράκης ο εγγονός του, “μου το είχε πει η γιαγιά” συμπλήρωσε και εμείς γελάσαμε.

«Έκανα φλερτ με το βιολί μου. Παρεξήγηση. Χορεύανε μπροστά μου εγώ έφταιγα, δεν χορεύανε εγώ έφταιγα, μιλούσανε μπροστά μου εγώ έφταιγα, τους μιλούσα, εγώ έφταιγα» είπε ο ίδιος κάνοντας νόημα στον πιτσιρικά.

«Ο μουσικός ερωτεύεται πάντα. Σε κάθε πανηγύρι ερωτεύεσαι. Και άμα χορεύεις γιατί χορεύεις το τανγκό;». Το μυαλό και των τριών μας πήγε σίγουρα σε εκείνο το βαλς που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Και ο Λευτέρης έχει χορέψει, αλλά όχι πολλά. Δεν ήθελε. Προτιμούσε να παίζει και να βλέπει τους άλλους να χορεύουν.

«Μπορεί να πάμε σε ένα πανηγύρι και να είναι ο Κώστας, εσύ και ένας άλλος άνθρωπος που με εμπνέει, φιλικά, και τριγύρω κόσμος πολύς. Ε εγώ με εσάς τους τρεις θα κρατιόμουν». Μετά έκλεισε με την αντι-παολο-κοελική ατάκα του εκατομμυρίου και εμείς φάγαμε από ένα πιτάκι με σπανάκι: «Δεν ταιριάζουν όλοι οι άνθρωποι. Είναι κάποιοι που σου εκπέμπουν κάτι και μπορεί από 58 να σε κάνουν να μοιάζεις με 18».

1567174990179-DSC_5065

«Ακούει την αγάπη»

«Έχω πολλούς που με αγαπάνε και πολλούς ζουλώχτες. Εχθρούς από ζήλια δηλαδή. Είναι η ερωτική ζήλια που είναι καλή και είναι και αυτή που σε κάνει να φθονείς τον άλλο γι αυτό που κάνει».

«Έχω στα βίντεο κοπέλες που με αγκαλιάζουν, με φιλάνε. Ήταν μια φορά μια κοπέλα μικρή, πιο μικρή από εσένα, που μέθυσε. Δεν το έκανε η κοπέλα από κακό, το έκανε από φιλία και ήρθε και με αγκάλιασε και εγώ συνέχισα να παίζω. Και πήγαν και μας τράβηξαν βίντεο. Αν ανοίξεις το ίντερνετ θα δεις πολλά».

«Υπάρχει βίντεο με γυναίκες που μου πετάνε τα βρακιά τους στον αέρα».

«Άμα αρρώστησα έρχονται εδώ και με βρίσκουν, μου στέλνουν μηνύματα, ευχές. Η αγάπη είναι μεγάλο πράγμα».

«Ο άνθρωπος πρέπει να περπατάει τη ζωή του να γνωρίζει ανθρώπους. Ο έρωτας της μιας και των δυο βραδιών δεν είναι τίποτα. Για να μείνεις με έναν άνθρωπο είναι δύσκολο. Εδώ ένα φίλο βλέπεις μια φορά την εβδομάδα και βαριέσαι. Εγώ αν δεν παντρευόμουν 17 χρονών δεν θα παντρευόμουν ποτέ. Έχω 17 χρόνια διαφορά από τον πρώτο μου γιο».

Έκανε επτά παιδιά όμως. «Ε, δεν είχαμε τηλεόραση τότε», ήταν η απάντησή του σε αυτήν την παρατήρηση.

 

 

Αναδημοσίευση από : https://www.vice.com

About ikariaki.gr