1946: Η τελευταία εκτέλεση στο Σκοπευτήριο Καισαριανής μιας νεαρής αντάρτισσας από την Ικαρία

αφιερώνεται στους διοργανωτές της φιέστας για την απελευθέρωση της Αθήνας το 1944 …

Λαμπρινή Ραντά – Καπλάνη: «Με σκοτώνουν μανούλα σε λίγο, μα εσύ με ξέρεις πιο πολύ από όλους. Δεν φοβάμαι, προχωρώ και ξέρω πως πρέπει να ζήσω μα ξέρω και να πεθάνω όταν πρέπει»

Η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε από στρατοδικείο στην Ελλάδα, ήταν Καριωτίνα. Το γράμμα προς τη μάνα της, λίγες ώρες πριν την εκτέλεση της.

Στα πλαίσια της έρευνας που πραγματοποιώ, επισκέπτομαι και μελετώ αρχεία σύγχρονης ιστορίας. Βρέθηκα, λοιπόν, στο «Επιμορφωτικό Κέντρο Χαρίλαος Φλωράκης». Οι συλλογές του συγκεκριμένου ιδρύματος, φιλοξενούν το γράμμα της τελευταίας γυναίκας που εκτελέστηκε από στρατοδικείο της χώρας μας, τον Σεπτέμβριο του 1946. Η γυναίκα αυτή ονομάζεται Λαμπρινή Ραντά Καπλάνη, και κατάγεται από την Ικαρία. Το γράμμα που θα διαβάσετε, γράφτηκε λίγες ώρες πριν την εκτέλεσή της.

 

Δεν κατάφερα να βρω πολλά στοιχεία γι’ αυτή τη γυναίκα. Γεννήθηκε το 1913 στο Φραντάτο, μεγάλωσε σε πολύ φτωχή οικογένεια και στα 16 της ξενιτεύτηκε και έγινε υπηρέτρια στην Αθήνα, δουλάκι όπως έλεγαν τότε. Από πολύ νωρίς πήρε μέρος σε εργατικούς αγώνες, οργανώθηκε στο ΚΚΕ, δεν ήθελε τα δεκαεξάχρονα κορίτσια να πηγαίνουν δουλικά στα αφεντικά του Κολωνακίου. Στα 19 της, την εξόρισαν στη Σίφνο. Εκεί παντρεύτηκε τον συνεξόριστο της, Κώστα Καπλάνη. Στην κατοχή, δραπετεύει για την Αθήνα και συνδέεται με την παράνομη εθνικοαπελευθερωτική δουλειά. Το 1942, καταζητούμενη πια, κατορθώνει να μπει στο γερμανικό στρατόπεδο Λάρισας με πλαστή ταυτότητα προκειμένου να επισκεφτεί τον θανατοποινίτη άντρα της. Ένας Έλληνα χαφιές την αναγνώρισε. Την στιγμή της σύλληψης, η Λαμπρινή αρπάζει ένα πιστόλι από το τραπέζι του διοικητή αλλά δεν καταφέρνει να διαφύγει. Καταδικάστηκε σε θάνατο, πέρασε φρικτά βασανιστήρια, 4 μέρες ήταν μισοπεθαμένη στο κελί της, αφού συνήλθε, δραπετεύει και ξανατραυματίζεται κατά την απόδραση. Δεν χάνει χρόνο και ξανασυνδέεται με το ΕΑΜ. Τα Δεκεμβριανά την βρίσκουν πάλι παρούσα. Στον εμφύλιο εξορίζεται και φυλακίζεται στη Χίο. Βασανιστήρια πάλι, σμπαραλιασμένα οστά, αιμορραγία από μύτη, αυτιά, στόμα, μήτρα, έντερο. Εκ νέου καταδίκη σε θάνατο και εκτέλεση στο αιματοβαμμένο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Μεταφέρω το γράμμα αυτούσιο.

 

Απομόνωση, Φυλακές Αβέρωφ 14/09/1946

 

Γλυκιά μου μανούλα τι κάνεις; Πόσο λαχταρώ να σε δω πάντα, μα αυτές τις ώρες πολύ, πάρα πολύ. Να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, να σου ζητήσω συγνώμη για τον ασήκωτο πόνο που θα σου δώσω πάλι στην ψυχή.

 

Μανούλα μου, πολύ λίγες ώρες μου μένουν ακόμα, τρέχω νοερά κοντά σου, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, να σε φιλήσω γλυκιά μου γιατί δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ πια.

 

Αυτό που θα ακούσεις είναι φοβερό, όμως, σε λίγο θα γίνει. Η καρδιά μου, που γεμάτη αγάπη και ζέστη, όπως πάντα, για σένα, για όλους, και το χέρι που γράφει, σε λίγο δεν θα κινείται πια. Το κορμί μου θα πέσει στη γη, πλημμυρισμένο στο αίμα του, από τις σφαίρες των δημίων ξενόδουλων φασιστών του κεφαλαίου.

 

Με σκοτώνουν μανούλα σε λίγο, μα εσύ με ξέρεις πιο πολύ από όλους. Δεν φοβάμαι, προχωρώ και ξέρω πως πρέπει να ζήσω μα ξέρω και να πεθάνω όταν πρέπει. Με βήμα σταθερό και … κλειστό, γεμάτη υπερηφάνεια, και το στήθος φουσκωμένο από ικανοποίηση  γιατί πεθαίνω καθαρή ελληνίδα. Για τα ιδανικά και την πραγματική ελευθερία του ελληνικού λαού.

 

Και εσύ μανούλα, πρέπει να είσαι υπερήφανη για ένα χαμό σαν τον δικό μου.

 

Αν ποτέ μάθεις, αυτό, που πιστεύω πως δεν θα μάθεις ποτέ. Δεν θέλω να κλάψεις μανούλα. Χρειάζεται ψυχραιμία, λογική.

 

Ο σκοπός του θανάτου μου είναι ιερός για όλους τους λαούς της γης.

 

Μανούλα, είναι χιλιάδες οι μανούλες που πόνεσαν ή θα πονέσουν όπως εσύ μανούλα μου.

 

Μανούλα μου, δεν πρέπει να κλάψεις για μένα αν μάθεις ποτέ τον χαμό μου. Αυτό θα είναι ντροπή και καταφρόνια για την χαμένη κόρη σου.

 

Θέλω να το έχεις καύχημα. Γιατί πεθαίνω σωστή ελληνίδα, με το κεφάλι ψηλά. Ξαναλέω, σωστή ελληνίδα.

 

Μανούλα μου, αυτές τις λίγες ώρες που μου μένουν, το περισσότερο μέρος το διαθέτω νοερά μαζί σας, θέλω να σας δω όλους, όλον τον κόσμο. Μα πιο πολύ εσένα μανούλα. Να σε γεμίσω φιλιά, να σου πω το στερνό έχε γεια.

 

Τα φιλιά μου σε όλους, δικούς μας, ξένους, όλον τον κόσμο.

 

Μανούλα σε αφήνω για πάντα.

Λαμπρινή Ηλ. Ραντά

 

Αφιερώνουμε αυτήν την ανάρτηση στην «πρώτη φορά αριστερά» και τα στελέχη της Περιφέρειας Αττικής που ετοιμάζονται να γιορτάσουν την απελευθέρωση – που μόνο απελευθέρωση δεν ήταν – «ξανα – γράφοντας» την ιστορία με τον τρόπο που την έγραψαν τότε και οι νικητές μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Το 1944 αποχώρησαν οι Γερμανοί κατακτητές αφήνοντας στη θέση τους πιστούς συνεργάτες, χίτες, ταγματασφαλίτες και δοσίλογους που κατάφεραν με τη βοήθεια των «συμμάχων» να αποτρέψουν την πραγματική κοινωνική απελευθέρωση του λαού που πολέμησε και μάτωσε στις πόλεις και τα βουνά για τη λευτεριά του.

Η ιστορία δεν πρόκειται να χαριστεί ούτε στους «πρώτους», ούτε στους τελευταίους σφετεριστές της λαϊκής θέλησης. Η ιστορία δεν γράφεται με μπάντες και ταρατατζούμ και φιέστες με χορηγούς επικοινωνίας. Η ιστορία έχει γραφτεί στα βουνά όπου ζωντάνεψε το αρματολίκι, στις φυλακές, στα ξερονήσια της εξορίας και στους τόπους των εκτελέσεων.

Η εκτέλεση της  Λαμπρινής Ραντά στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, μετά την «απελευθέρωση», το 1946 είναι η ζωντανή και η μαρτυρική ιστορία του λαού που είπε «Όχι» και υπόγραψε με το αίμα του.

Άκις Ξενάκις

 

Αναδημοσίευση από : http://www.inred.gr

 

About ikariaki.gr