Το Μονοπάτι του Στοχασμού

Γράφει η Μακή Κουμιώτη

Αγκάλιασμα-Νεάλια-Λουμακιά-Θέρμα-Φωκιαναδάτο-Αγιος Κήρυκος.

Κάθησα στην πεζούλα απέναντι και τον άκουγα με τη βαρειά φωνή του να διηγείται κοιτώντας το πέλαγο, μια αληθινή Ιστορία που συνέβη πριν ογδόντα περίπου χρόνια. Ήταν τότε που ο πατέρας του, ανακοίνωσε στην οικογένεια ότι το ξημέρωμα θα σαλπάρανε για Χαλκιδική να ανταλλάξουν το εμπόρευμα.

Η απόφαση είχε παρθεί και ο λόγος του πατέρα δεν σήκωνε αντίρρηση,ο καιρός ήταν πρίμα. Τότε ήταν που ακούστηκε η φωνή μέσα από τη δύναμη που είχαν τα οχτώ του χρόνια:

-Θάρθω και εγώ μαζί πατέρα…. Είχε τόσα πολλά ακούσει για ταξίδια από τον παππού και τον πατέρα και ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία του για ένα μπάρκο μαζί τους και τόσο αχαλίνωτη η φαντασία του που ώσπου να πάρει την απάντηση του φάνηκε αιώνας.

-Τοίμασε την κασέλα σου του απάντησε, το ξημέρωμα θα λύσουμε κάβους.

Ετοίμασε το ξύλινο φυλάκι με τα απαραίτητα του ταξιδιού όπως πολλές φορές έκανε πριν το μπάρκο ο πατέρας του που πάντα τον παρατηρούσε προσεχτικά.

Ηξερε πως την αυγή θα πήγαινε με τους μεγάλους στη Χαλκιδική, να κάνουν αλλαξά το εμπόρευμα: σταφίδες, κρασί, λάδι, με φασόλια, ρεβύθια, ίσως και χρήματα….

Να πούμε πως κοιμήθηκε; Θάταν ψέμα.

Φούσκωνε από περηφάνια και νόμισε ξαφνικά πως διπλασιάστηκαν η και τριπλασιάστηκαν ίσως τα οχτώ του χρόνια.

Το ξημέρωμα λοιπόν,έλυσαν τους κάβους και σαλπάρανε για το παρθενικό του ταξίδι,όταν ξαφνικά τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

Λες νάταν ο αποχωρισμός της μάννας ή η ρεστία της θάλασσας; Προσπάθησε να κρυφτεί,από ποιόν όμως;

Ο μούτσος ήταν εκεί δίπλα του λες και είχε ξεχάσει το ρόλο του και είχε αναλάβει κατ’αποκλειστικότητα να τον προσέχει.

Το καίκι ταξίδευε, είχαν φτάσει στο Αγκάλιασμα, δεν κατάλαβε τί έγινε μέσα στα κλάματα που τώρα είχαν γίνει αναφιλητά. Πλησίασαν στο βράχο.

-Σάλτα τούπε ο πατέρας και κατ’ευθείαν στο σπίτι.

Και καθώς πηδούσε στη στεριά ακούστηκε η φωνή του μούτσου… -»φοβιτσιάρη»…

»Φοβιτσιάρης» αυτός που είχε φανταστεί να ταξιδεύει σε φουρτουνιασμένες θάλασσες και να δαμάζει τα άγρια κύματα. »Φοβιτσιάρης» αυτός που είχε συναντήσει στα όνειρά του τη Γοργόνα που έγραφε το βιβλίο της τάξης του,της Β’Δημοτικού.

Τα γυμνά παιδικά του πόδια πάτησαν πρώτα στα χαλίκια και μετά ανηφόρισαν πάνω στο νοτισμένο χώμα. Γρήγορα μπήκε στο μονοπάτι, το θυμόνταν καλά,το είχε περάσει πολλές φορές όταν ακολουθούσε τη μάννα που ήταν φορτωμένη με τον κόφινα γεμάτο σταφύλια και επέστρεφαν από το Φάρο.

Συνέχισε σχεδόν τρέχοντας ακολουθώντας τα λόγια του πατέρα:κατ’ευθείαν σπίτι.Δεν ήταν όμως ανέμελος όπως όταν έτρεχε στο ίδιο μονοπάτι με τα ξαδέλφια του.

Καθώς περνούσε από γνώριμα μέρη, θυμόνταν τότε που στα Νεάλια χαμηλά στο γυαλό κυνηγούσε με τα ξαδέλφια του καβούρια ανάμεσα στα βράχια.

‘Η τότε που λίγο έλειψε να πατήσει ένα αχινό καθώς έσκυψε να πιάσει ένα χρωματιστό κοχύλι.

Είχε φτάσει στη ρεματιά, μπήκε μέσα στο νερό, πέρασε απέναντι χωρίς να τρομάξει από τις νύμφες και τις νεράιδες που έλεγαν τα παραμύθια.

Οι μικρές υγρές πατούσες του άφηναν τα ίχνη τους στο κόκκινο χώμα,που μ’αυτό κάποτε έφτιαχναν τις στάμνες στο αρχαίο κεραμικό καμίνι,που τώρα έχασκε κατεστραμμένο από το χρόνο.

Και μετά οι σπηλιές,σαν ανοιχτά ξεδοντιασμένα στόματα δράκων,έτοιμα να τον ρουφήξουν στο σκοτεινό τους λαβύρινθο.

Μόνη του συντροφιά το τραγούδι των κυμάτων που έγλυφαν τα βράχια της ακτής. Πέρασε το λιθώνα,τον θεόρατο βράχο,να και η γαλαρία που είχε πει ο παππούς πως στα αρχαία χρόνια οι Θερμαίοι έβγαζαν το σμιρίγδι και έφτιαχναν ακόμη και νομίσματα.

Από ψηλά είδε τη Λουμακιά, τη μεγάλη λουβάδα με το ζεστό νερό, σαν τη κολυμπήθρα του Σιλωάμ, που γιάτρευε τις αρρώστιες των ανθρώπων. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει στα μάγουλά του και είχε σχεδόν ξεχάσει τη βαριά λέξη που του είπε ο μούτσος τη στιγμή που πηδούσε από το καΐκι.

»Φοβιτσιάρης», αυτός που πέρασε μόνος του το μονοπάτι, έφτασε στο Φωκιαναδάτο και βλέπει τη σκεπή του μεγάλου σπιτιού που κάποτε έμενε ο Μουσταφάς, πριν οι ένδοξοι Ικαριώτες τον πετάξουν στο γκρεμό και πουν στον Σουλτάνο το ιστορικό <ούλοι εμείς αφέντη>.

Σε λίγο φτάνει, ναι έφτασε σπίτι και βλέπει τη μάννα στην αυλή και πριν προφτάσει να του πει λέξη,ορθώνει το ανάστημά του και λέει με αποφασιστικότητα:

-Μάννα δεν είμαι φοβιτσιάρης, όταν μεγαλώσω θα γίνω κ α π ε τ ά ν ι ο ς. Έτσι το μονοπάτι του στοχασμού ,έγινε για το μικρό αγόρι <το μονοπάτι του επαγγελματικού προσανατολισμού…….>

Πετρίτης Ικαρίας

About ikariaki.gr