Κώστας Κόχυλας (Κόμπος) – Ένας άνθρωπος, μια ιστορία…

Κώστας Κόχυλας (Κόμπος) – Ένας άνθρωπος, μια ιστορία…

Πέρασε κιόλας λίγος καιρός, όταν ο ήχος της καμπάνας του χωριού, μας …”ανακοίνωνε” ότι κάτι δυσάρεστο συνέβη. Δεν πέρασε πολύ ώρα και μάθαμε ότι αυτός που “έφυγε” ήταν ο Κώστας ο Κόχυλας , με το προσωνύμιο Κόμπος, για να ξεχωρίζει από άλλους συγγενείς του που έχουν το ίδιο όνομα και επίθετο, κάτι που συνηθίζεται άλλωστε στον τόπο μας.

Ο Κώστας λοιπόν δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε τυχαίος συγχωριανός που άφησε αυτόν τον μάταιο κόσμο, αλλά ένας άνθρωπος με έντονη παρουσία στην κοινωνία της Ικαριάς. Δεν θα κάνω καμία νεκρολογία, άλλωστε ποτέ δεν μου άρεσε αυτός ο ρόλος, αλλά θα προσπαθήσω να “σκιαγραφήσω” σε λίγες γραμμές την φυσιογνωμία αυτού του συγχωριανού, του φίλου, του πατέρα, του αδελφού, γιατί έτσι μας “έδινε το δικαίωμα” να τον θεωρούμε όλοι εμείς που δεν είμαστε συγγενείς εξ αίματος μαζί του, αλλά συνοδοιπόροι στον ίδιο τόπο, με τον Κώστα.

Να τα πάρουμε λοιπόν σιγά – σιγά από την αρχή για να δώσουμε μια εικόνα αυτού του ανθρώπου, σε όσους δεν τον γνώριζαν, αλλά και με την ταπεινότητα μου, να υπενθυμίσω και στους παλαιοτέρους στιγμές και γεγονότα στην πορεία των χρόνων για αυτόν τον ξεχωριστό συμπατριώτη μας.

Γεννήθηκε λοιπόν πριν 90 και πλέον χρόνια στις Ράχες, παιδί όπως και ο αδελφός του ο Γιώργος του μπάρμπα – Γιάννη του Κόχυλα, ενός γλυκύτατου και χαμογελαστού γέροντα που είχα την τύχη να τον προλάβω και να τον γνωρίσω, και της κυρά – Αγγελικής Χρόνια δύσκολα τα χρόνια της νιότης του Κώστα, όπως και όλων των συνομηλίκων του άλλωστε, με σκληρή αγροτική ζωή για να μπορέσει να ζήσει η οικογένεια, γιατί τότε ζούσαμε μόνο απ’ ότι έδινε η γη που καλλιεργούσαμε. Ήταν όμως κι ένα ανήσυχο και δημιουργικό ταυτόχρονα άτομο, που όταν αργότερα έγινε ο πρώτος δρόμος που συνέδεε τον Αρμενιστή με τις Ράχες, σε πρωτόγονη βέβαια κατάσταση οδοποιίας, έφερε εκείνο το εγγλέζικο φορτηγό, τον “Ταρζάν” όπως τον έλεγαν οι Καριώτες, για να μεταφέρει από τα καΐκια που προσέγγιζαν το λιμανάκι του Αρμενιστή, ζωοτροφές, αλεύρια και ότι άλλο είχε ανάγκη ο τόπος μας. ήταν το πρώτο μεταφορικό μέσο εμπορευμάτων και όχι μόνο στο νησί μας.

Εκείνη την εποχή το να υπάρχει ένα αυτοκίνητο, πόσο μάλλον ένα φορτηγό, ήταν σημαντικό γεγονός. Και το συγκεκριμένο έκανε και πολύ θόρυβο και δεν ήταν και λίγες οι φορές (όπως μου είχε πει και ο Κώστας αλλά και οι παλαιότεροι) που έβαζαν το αυτί τους στο χώμα του δρόμου για να “ακούσουν” το φορτηγό να πλησιάζει. Ο Κώστας και τότε, στην δεκαετία του ’50, αλλά και αργότερα με άλλα φορτηγά που είχε, όταν συναντούσε κάποιον συμπατριώτη του στο δρόμο να περπατά στην ίδια κατεύθυνση που πήγαινε κι εκείνος τον ανέβαζε πάνω στα εμπορεύματα για να μη ταλαιπωριέται. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που όταν έφθανε στον προορισμό του, οι επιβάτες του κατέβαιναν “αλευρωμένοι” αφού ήταν καθισμένοι πάνω στα σακιά με το αλεύρι που μετέφερε.

Πάντα χαρακτηριστικό του Κώστα ήταν το χαμόγελο και η Ικαριώτικη πραότητα και ηρεμία που είχε, χωρίς βέβαια να αναιρείται και η εκρηκτική φυσιογνωμία του, όποτε και αν χρειαζόταν.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Κώστας που είχε δημιουργήσει οικογένεια με την σύντροφο του Λαμπρινή, οι δρόμοι στο νησί είχαν αρχίσει να προχωρούν, άρα και το φορτηγό του αύξησε την δουλειά, που σημαίνει ότι για να τα προλαβαίνει όλα είχε φέρει κοντά του ανθρώπους να δουλεύουν είτε σαν οδηγοί είτε σαν εργάτες,

Ήλθε και η περίοδος που ο Κώστας ασχολήθηκε με τα κοινά, σε μια δύσκολη περίοδο, την περίοδο της επταετίας, σαν κοινοτάρχης Ραχών. Πολλοί τον κατηγόρησαν τότε σαν συνεργάτη της χούντας, αλλά η πρακτική του και οι ενέργειες του έδειξαν ένα άλλο ταλέντο του Κώστα, που μέχρι τότε δεν είχαμε γνωρίσει. Τον άνθρωπο που αγαπούσε τον τόπο του, που είχε όραμα και αποφασιστικότητα και τώρα είχε την ευκαιρία λόγω της θέσης του να το εφαρμόσει, αποφεύγοντας τις “κακοτοπιές”, με το να βγάζει λόγους υποστήριξης στο καθεστώς. Αυτός ήθελε να προσφέρει στον τόπο του και αυτό έκανε, χωρίς να το εξαργυρώσει με πολιτικές λοβιτούρες, δεν το είχε άλλωστε ανάγκη. Άλλοι ήταν εκείνοι που κρατούσαν σημαίες και πανό υποδεχόμενοι τους απριλιανούς, ενώ σήμερα έχουν μια ….επιλεκτική αμνησία για τα τότε δρώμενα.

Ο Κώστας με μια αποφασιστικότητα που τον διέκρινε, όταν δεν είχε αποτέλεσμα με τη συζήτηση να πείσει τον συνομιλητή του, για την αναγκαιότητα των ενεργειών του, προχωρούσε στην πράξη, αδιαφορώντας για το όποιο αποτέλεσμα των πράξεων του. Χωρίς αυτή την τολμηρή αποφασιστικότητα, οι Ράχες στο σύνολο τους, τολμώ να πω, δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Άνοιξε δρόμους και σύνδεσε χωριά, που μέχρι τότε ήταν απομονωμένα και είχαν σύνδεση μόνο από μονοπάτια για μουλάρια και ανθρώπους. “Ο δρόμος είναι πολιτισμός” όπως έλεγε και σ’ αυτό είχαν δικαίωμα όλοι οι συμπατριώτες του. Αυτές του οι ενέργειες, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν αρκετούς εχθρούς του, που όμως ο Κώστας δεν το υπολόγιζε, αν ήταν να βγει κάτι καλό προς όφελος του συνόλου. Τότε τον θυμάμαι με το φορτηγό του να μαζεύει κόσμο, στα πλαίσια του θεσμού “της προσωπικής εργασίας” και να προχωρά σε επιχωματώσεις όλου του χωμάτινου οδικού δικτύου της περιοχής μας. Η “προσωπική εργασία” ήταν εκείνη τη δύσκολη εποχή μια εργασία που όλοι οι χωριανοί είχαν υποχρέωση να προσφέρουν χωρίς οικονομική ανταμοιβή, σε κοινωφελή έργα που είχε ανάγκη ο τόπος. Όλοι λοιπόν, μικροί μεγάλοι, με μεγάλη ευχαρίστηση συμμετείχαμε, το είχαμε σαν γιορτή, αφού ξέραμε ότι μετά εμείς πρώτοι θα το “απολαμβάναμε”, όταν μεταφερόμενοι με τα τότε μέσα μεταφοράς, θα είχαμε λιγότερα “χτυπήματα” μέσα στις όποιες λακκούβες του δρόμου. Οι δρόμοι που ανοίχτηκαν τότε και ένωναν τα ορεινά χωριά της περιοχής των Ραχών με τον Αρμενιστή ήταν πολλαπλά χρήσιμοι. Αφού από αυτούς τους δρόμους θα περνούσαν άνθρωποι και οχήματα, μεταφέροντας προϊόντα, φάρμακα, ζωοτροφές, καύσιμα, αλλά και ασθενείς ανθρώπους όταν χρειαζόταν να πάνε στον Αρμενιστή για να …”πάρουν την μπεζίνα (καΐκι)” για το Νοσοκομείο στον Άγιο Κήρυκο. Δεν υπήρχε ακόμα ο κεντρικός επαρχιακός δρόμος Αγίου Κηρύκου – Ραχών.

Τα χρόνια πέρασαν κι ο Κώστας απέκτησε ένα λεβέντη, τον μοναχογιό του τον Γιάννη, παιδί ατίθασο, ζωηρό, μα με χαρακτήρα διαμάντι, όπως ήταν φυσικό ήταν η αδυναμία του ευτυχισμένου πατέρα. Δεν πα να έκανε του κόσμου τις … «διαολιές», Ο Κώστας με χαμόγελο κι εκείνη την γλυκιά πατρική προτροπή, πάντα τον συγχωρούσε και τον συμβούλευε να είναι σωστός και χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Πάντα συμπαραστάτης στην οικογένεια και στις αποφάσεις του η πολυαγαπημένη του Λαμπρινή. Αργότερα η ζωή τον «δοκίμασε» με το να χάσει με τραγικό τρόπο τον αδελφό του Γιώργο. Εκείνος αν και τον είχε τσακίσει ο πόνος για την απώλεια του μονάκριβου αδελφού του, άνοιξε την αγκαλιά του και σαν καλός και στοργικός άνθρωπος που ήταν, «ανέλαβε» να στηρίξει και να προστατέψει την οικογένεια του αδελφού του σαν δικιά του οικογένεια.

Ήταν «μεγάλη καρδιά» ο Κώστας και για τους δικούς του ανθρώπους, αλλά και για όποιον πέρναγε από το σπίτι του. Η θέση του άλλωστε , πάνω στον δρόμο Χριστού – Προφήτη Ηλία, με την πόρτα του πάντα ανοιχτή για τους φίλους και τους περαστικούς διαβάτες, με ένα κέρασμα κι ένα κρασί, μαζί με μια καλή κουβεντούλα και τα γνωστά του αστεία πειράγματα, ήταν το γνώρισμα αυτού του ανθρώπου, μαζί με το χαρακτηριστικό του τρανταχτό γέλιο.

Πόσες φορές στο σπίτι του είχαμε κάνει τόσες πολλές και σπουδαίες κουβέντες για τον τόπο μας, τις δυνατότητες του, την νεολαία αυτού του τόπου που υπεραγαπούσε, σαν να ήταν δικά του παιδιά και ενδιαφερόταν για το καλό τους. Αλλά και οι νέοι τον αγαπούσαν γιατί οι απόψεις του, παρά τη διαφορά ηλικίας που είχε μαζί τους, ήταν πιο κοντά στα παιδιά των χωριών των Ραχών. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είτε στη γιορτή του, είτε την Πρωτοχρονιά, ή σε χοιροσφάγια, σε όποιο γλέντι ή πανηγύρι, άσχετα αν ήταν κουρασμένος, έπιανε τον χορό μαζί με τους συνομηλίκους του αλλά κυρίως με τη νεολαία των χωριών μας. Τον ευχαριστούσε πολύ και το έδειχνε, όπως έδειχνε και στις συνελεύσεις των χωριών και τον δυναμικό του χαρακτήρα, όταν αντιμετώπιζε τους συνηθισμένους εχθρούς του, που με όχι και τόσο ευθύ τρόπο τον υπέσκαπταν. Αλλά ο Κώστας δεν μασούσε τα λόγια του, τους τα έλεγε «κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη». Ασχολήθηκε με τα κοινά, εκτός από την περίοδο που ήταν κοινοτάρχης και στον τοπικό σύλλογο του χωριού του, αλλά και στα πολιτικά δρώμενα της χώρας, από το μετερίζι της σοσιαλιστικής παράταξης. Η προσφορά του στο χωριό του άφησε εποχή, που αναγνωρίστηκε ακόμα (έστω και καθυστερημένα) από τους «εχθρούς» του.

Ένας άλλος τομέας που ασχολήθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία ο Κώστας ήταν η ασχολία του με τα αγροτικά και την οινοποιία. Είχε από τα πιο περιποιημένα κτήματα, ελαιώνες και αμπέλια στην ευρύτερη περιοχή των Ραχών, όλα με δική του προσωπική φροντίδα, που βέβαια είχε και το αντίστοιχο αποτέλεσμα. Ίσως ήταν ο πρώτος ή από τους πρώτους που καλλιεργούσε διάφορες ποικιλίες φυτών, άγνωστων για τους υπολοίπους σε εκείνα τα χρόνια. Επίσης ήταν και από τους πρώτους που έφτιαχνε στον κατάλληλο χώρο στο σπίτι του, το πιθοστάσι με τα πιθάρια εκτεθειμένα και όχι χωμένα στη γη, όπως ήταν μέχρι τότε, χωρίς σχεδόν ποτέ να του χαλάει το κρασί. Ήταν όμως και πνεύμα δημιουργικό, αφού με τον πιο απλό τρόπο έφτιαχνε κατασκευές για το στύψιμο των σταφυλιών με τέλεια αποτελέσματα τότε που δεν είχαν βγει ακόμα τα αντίστοιχα μηχανήματα. Η ζάντα – στιφτήρι, με μια απλή ζάντα από τα φορτηγά του, στα πλαίσια του παλιού ελαιοτριβείου(με πάνες και τάκους) και τον γρύλο του φορτηγού του, ήταν μια δικιά του ευρεσιτεχνία, που την χρησιμοποίησα κι εγώ τότε κοντά του και έμεινα έκπληκτος από τα αποτελέσματα.

Ο Κώστας Κόχυλας (ο Κόμπος), ήταν ένας τέλειος δάσκαλος γι αυτά που ήξερε, ήθελε πάντα να τα μεταδίδει στους νεώτερους ή σε όποιον του ζητούσε πληροφορίες γι αυτό που έκανε.

Όταν αργότερα ο γιος του πήγε στην Αμερική για δουλειές, αγάπησε και παντρεύτηκε μια Καριωτίνα της Αμερικής, την Αθηνά, η οποία του χάρισε δυο υπέροχους λεβέντες, τα εγγόνια του τον Κώστα και τον Τριαντάφυλλο, η χαρά του Κώστα δεν περιγραφόταν. Πόσο μάλλον που ήλθαν και έμεναν μαζί του στην Ικαριά, πήγαιναν σχολείο, στο σχολείο του χωριού, η αυλή του ξαναγέμισε παιδικές φωνές. Ο Κώστας ήταν ευτυχισμένος με την Αθηνά και τα παιδιά, αλλά και η νύφη του και τα παιδιά τον αγαπούσαν. Από κοντά κι ο γιος του ο Γιάννης, που όποτε έβρισκε ευκαιρία από τη δουλειά του στην Αμερική, ερχόταν κοντά στη γυναίκα και τα παιδιά του, αλλά και στους αγαπημένους του γονείς.

Έτσι χαρούμενος κι ευτυχισμένος λοιπόν ο Κώστας, μας την … «έσκασε» αθόρυβα ένα πρωινό του Αυγούστου, χωρίς να το πιστεύουμε, γιατί μέχρι τελευταία δεν μας είχε δείξει δείγματα ότι από κάτι υπέφερε. Έφυγε περήφανος και όρθιος, μέχρι την τελευταία στιγμή, βυθίζοντας σε βαρύ πένθος την οικογένεια του, αλλά και όλους εμάς που τον αγαπούσαμε. Το γεγονός ότι «στο τελευταίο του ταξίδι» εκτός από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία που γέμισε ασφυκτικά, όλος ο τεράστιος περίβολος της εκκλησίας στάθηκε μικρός για να χωρέσει όλους αυτούς τους συμπατριώτες και φίλους απ’ όλες τις γωνιές του νησιού, που προσήλθαν «για το τελευταίο αντίο». Συγκλονιστικές και αποχαιρετιστήριες ομιλίες τόσο των απλών συγχωριανών του ίδιου αλλά και της συζύγου του Λαμπρινής, όσο και οι ομιλίες των φίλων του επιστημόνων. Ήταν επίσης ιδιαίτερα συγκλονιστικό να βλέπεις συνομήλικους του ή νεώτερους να έχουν βάλει τις παλάμες τους στο πρόσωπο και να ξεσπούν σε λυγμούς για την απώλεια του συναδέλφου, του συμπατριώτη, του συγχωριανού, του συναγωνιστή, του φίλου.

Κρατώ σαν επίλογο τα δυο σταράτα λόγια του μοναχογιού του Γιάννη : «Σήμερα έχασα και τον πατέρα και τον φίλο μου».

Γι αυτό αυτή η απώλεια δεν ήταν μια απώλεια ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Προσωπική μου γνώμη είναι ότι ο Κώστας Κόχυλας (Κόμπος) ήταν ένας άνθρωπος, μια ιστορία, που δεν ξεχνιέται εύκολα και η απώλεια του όσο θα περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ θα …φαίνεται.

Σωτήρης Πολίτης

About ikariaki.gr